Ο Φαγίντ βγήκε προσεκτικά από το σκοτάδι στο φως. Μισόκλεισε τα μάτια του στον έντονο πρωινό χειμωνιάτικο ήλιο της Ανατολίας. Το μικροκαμωμένο σώμα του παρέμεινε σκυμμένο σε στάση αναμονής. Πίσω του οι φρουροί του Ντερίνκουγιου κύλησαν τη στρογγυλή πέτρα και έκλεισαν την έξοδο του τούνελ.

Όταν κόπασε ο θόρυβος της πέτρας επάνω στη πέτρα και τα μάτια του είχαν προσαρμοστεί στην επιφάνεια, προχώρησε λίγα βήματα μακριά από την σκιά του μεγάλου βράχου. Το σώμα του ανατρίχιασε από τις ηλιαχτίδες, καλωσορίζοντάς τες.

Ο Φαγίντ κοίταξε πίσω του. Η εξασκημένη ματιά τού κυνηγού αναγνώρισε τα σημεία όπου εφάπτονταν ο βράχος της εισόδου. Ακόμη όμως κι αυτός, εάν δεν γνώριζε πως εκεί βρισκόταν μια από τις εισόδους της αρχαίας υπόγειας πόλης Ντερίνκουγιου, καταφύγιο των χριστιανών της Καππαδοκίας, δύσκολα θα κατάφερνε να την εντοπίσει.

Δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει έτσι όπως κοιτούσε τη σφραγισμένη είσοδο. Ψιθυριστά, απήγγειλε το ποίημα του Τζαλαλουντίν Ρούμι:

Κάποιος πήγε στην πόρτα του Αγαπημένου και χτύπησε.
Μια φωνή ρώτησε «Ποιος είναι;»
Αυτός απάντησε «Εγώ είμαι».
Η φωνή είπε «Δεν υπάρχει χώρος για Μένα και Σένα».
Η πόρτα ασφαλίστηκε.
Μετά από ένα χρόνο μόνωσης και στερήσεων,
επέστρεψε και ξαναχτύπησε.
Μια φωνή από μέσα ρώτησε «Ποιος είναι;»
Ο άνθρωπος αποκρίθηκε «Είμαι Εσύ».
Τότε η πόρτα άνοιξε γι’ αυτόν.

Για αυτόν, τον Φαγίντ, πριν μια εβδομάδα, η είσοδος της κρυφής πόλης είχε ανοίξει πολύ πιο εύκολα. Δεν είχε χρειαστεί να απαρνηθεί τον εαυτό του, όπως στο ποίημα ο πιστός μπροστά στη θύρα του Θεού. Του είχε αρκέσει το ρούχο των Σούφι, φορεμένο κατάσαρκα, πλεγμένο από ξασπρισμένο μαλλί, ως εισιτήριο για την υπόγεια πόλη των χριστιανών. Οι περιπλανώμενοι ασκητές Σούφι αντιμετωπίζονταν με σεβασμό από εβραίους, αρμένιους, έλληνες, τούρκους και άραβες.

Για μια εβδομάδα ο μελαμψός Φαγίντ ερευνούσε στις στοές και τα υπόγεια δώματα του Ντερίνκουγιου, που έφταναν σε βάθη ογδόντα μέτρων, δίχως αποτέλεσμα. Πέρα από το τούνελ της εισόδου ήταν ελεύθερος να κινηθεί στην παράδοξη αυτή πόλη, σαν να ήταν ταξιδιώτης σε οποιαδήποτε άλλη μεριά της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Σαν ένας μουσουλμάνος σούφι, ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους. Είχε ερευνήσει σπηλιές με πολλά δωμάτια και ειδικούς χώρους για στάβλους που λειτουργούσαν ως υπόγεια πανδοχεία, σήραγγες που είχαν μετατραπεί σε ταβερνεία και πορνεία και αγορές με μαγαζάκια να κρέμονται σε ανοίγματα στους σπηλαιώδης τοίχους, σε διαφορετικά ύψη, και ενώνονταν με κρεμαστές ξύλινες γέφυρες.

Οι φήμες για την αναβίωση του τάγματος των Ασσασίνων, με κρυφή έδρα στην Καππαδοκία, είχαν φτάσει μέχρι τη Βαγδάτη και είχαν αναστατώσει τον σοφό γέρο Σεΐχη του. Είχε αναλάβει την αποστολή του δίχως δισταγμό και είχε κινηθεί προσεκτικά, σαν κυνηγός που αναζητούσε κάποιο θανατηφόρο θήραμα. Ο σοφός δάσκαλός του είχε τονίσει πως το ταξίδι αυτό θα ήταν μυητικό. Οι πράξεις του ήταν που θα καθόριζαν το όνομά του. Όχι αυτό που έφερε από την οικογένειά του, αλλά το όνομα της ουσίας του, το πνευματικό του όνομα! Η έρευνά του όμως είχε καταλήξει άκαρπη. Ούτε ψίθυρος, ούτε μια φήμη σχετική για το μυστικό, αρχαίο τάγμα των δολοφόνων.

Έστρεψε το βλέμμα του μπροστά. Ένα συγκλονιστικό τοπίο απλώνονταν σε ολόκληρο τον ορίζοντα. Λευκοί βράχοι πέρα ως πέρα να καμπυλώνουν και να απλώνονται σαν πλατιά ερπετά στο έδαφος. Ανάμεσά τους, σαν να είχαν φυτρώσει από την πέτρα, υψώνονται άλλοι βράχοι, μυτερές πέτρινες κολώνες, αλλάζοντας χρώμα από λευκό στο απαλό της ώχρας, και έμοιαζαν με δάχτυλα που στρέφονταν παρακλητικά στον Αλλάχ. Σαν να ήταν η ίδια η γη που δόξαζε τον δημιουργό της.

Ο Φαγίντ, που στα αραβικά το όνομά του σημαίνει Πάνθηρας, ξεκίνησε να απαγγέλει το πρώτο του Δικρ. Με μια φωνή απαλή, βελούδινη να κυματίζει σε μια ενιαία μουσική μελωδία, ένωσε τη δοξασία της ψυχής του με αυτή της θαυμαστής γης γύρω του. Σύντομα, πέρασε στο ανώτατο Δικρ, την επανάληψη της Θείας αντωνυμίας «Χου», ξανά και ξανά και αφήνοντας την γλύκα του ήχου της να πλημμυρήσει την ψυχή του. Άπλωσε την συνειδητότητά του πέρα από το σώμα του, πάνω από τα μυτερά βράχια, που κάποιοι τα αποκαλούν και ιερά βράχια των νεράιδων.

Παρόλο που είχε να επικοινωνήσει πνευματικά μαζί της για μια εβδομάδα, η Μπαγιάν, ανταποκρίθηκε άμεσα. Το γουργουρητό της χαράς της, διαπέρασε την σπονδυλική του στήλη, με εκείνον τον άγριο παλμό που ένα ζώο βιώνει τα έντονα συναισθήματά του! Και παρότι ο Φαγίντ δεν την έβλεπε, αισθανόταν στιγμή προς στιγμή, βράχο τον βράχο, να μειώνεται η απόσταση με το πιστό του ακόλουθο.

Λίγα λεπτά μετά μια πανέμορφη λευκή θηλυκή πάνθηρας ξεπρόβαλε πίσω από τις πέτρινες κολόνες. Ξαφνικά, σαν να εμφανίστηκε μαγικά, μια και το όνομά της σήμαινε Λάμψη!

Η Μπαγιάν πλησίασε το Φαγίντ αργά, και ναζιάρικα τρίφτηκε στους μηρούς του, γουργουρίζοντας. Η λευκή ουρά της υψώθηκε τρεμοπαίζοντας, γαργαλώντας τα ρουθούνια του. Ο Σούφι διατήρησε τον πνευματικό δεσμό μαζί της. Από την μια λόγω του ότι είχε στερηθεί μέρες της στιβαρής της παρουσίας, και από την άλλη αναζητώντας στις αναμνήσεις τυχόν σημαντικές πληροφορίες για όσο διάστημα η πάνθηρας κυνηγούσε στη γύρω περιοχή.

Από μικρό παιδί είχε το χάρισμα να επικοινωνεί με τα ζώα. Απλά, δίχως προσπάθεια, σαν να μιλάει, να παίζει, να γελάει. Τα μυρμήγκια, τα βαρέθηκε γρήγορα, αφού εξάντλησε τη φαντασία του στο να σχεδιάζει κύκλους και σχήματα διασπώντας με τη θέλησή του τις μακριές γραμμές τους. Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν τα κοτόπουλα! Διασκέδαζε καθημερινά να μαζεύει γύρω του, κατά δεκάδες, κότες και κοτόπουλα που τον ακολουθούσαν κακαρίζοντας και αγωνίζονταν να υπερπηδήσουν, με ένα σύννεφο από πούπουλα γύρω τους, τους φράκτες που αυτός πηδούσε τρέχοντας.

Το απλοϊκό μυαλό αυτών των πτηνών τα έκανε εύκολα υποχείριά του και αυτοσχεδίαζε χωρίζοντάς τα σε διάφορες ομάδες για διάφορα παιχνίδια στην αυλή του πέτρινου σπιτιού τους. Μόνο τους κόκορες άφηνε ελεύθερους. Από την μια ήταν η αντίστασή τους να συμμετάσχουν ως απλά μέλη μιας ομάδας και χρειάζονταν να έχει συγκεντρωμένη την προσοχή του για να τους ελέγχει. Από την άλλη είχαν μεγάλη πλάκα οι αντιδράσεις τους καθώς έχαναν τον έλεγχο στο κοτέτσι τους και αγριεμένοι τον έψαχναν για να τον προκαλέσουν. Συνήθως τον έσωζε η μάνα του, από τα τσιμπήματά τους, και τουλάχιστον μια φορά τον μήνα και ένας κόκορας κατέληγε μαγειρεμένος σε ταψί, στον πέτρινο φούρνο της αυλής τους.

Τα όμορφα παιδικά του χρόνια έπαψαν με την καταστροφή του σπιτιού τους και τη σφαγή της οικογένειάς του. Για χρόνια ο μικρός Φαγίντ περιπλανιόνταν ως ζητιανάκι στη Βαγδάτη, μέχρι που κατάλαβε πως μπορούσε να αξιοποιήσει τα ταλέντα του ως κυνηγός. Αλλάζοντας την οικονομική του κατάσταση από πενία σε απλή φτώχια, μπόρεσε να σταθεροποιήσει τη ζωή του και να αρχίσει το ταξίδι της πνευματικής του αναζήτησης.

Είχε ήδη μυηθεί επτά χρόνια στην κρυφή σοφία των Σούφι όταν συνάντησε για πρώτη φορά την Μπαγιάν. Βρίσκονταν σε κυνήγι και είχε προσεγγίσει τη μικρή λίμνη πολύ προσεκτικά, όταν εντόπισε τη λευκή πάνθηρα. Η τεχνική με την οποία ο ίδιος κινούνταν στο κυνήγι ήταν αποτέλεσμα πολλών χρόνων πειραματισμών που είχε κατασταλάξει σε έναν συνδυασμό, σωματικής δεξιότητας και πνευματικών ικανοτήτων. Όσο κινούνταν αθόρυβα, άπλωνε γύρω του τη συνείδησή του δημιουργώντας ένα σιωπηλό νοητικό πεδίο απώθησης των αδύναμων συνειδήσεων των ζώων της περιοχής. Απλό και αποτελεσματικό.

Έτσι, είχε πλησιάσει την Μπαγιάν δίχως αυτήν να τον εντοπίσει. Παρέμεινε στα πέντε μέτρα πίσω της θαυμάζοντας το υπέροχο ζώο και παρατηρώντας την τακτική ψαρέματός της. Η λευκή πάνθηρας είχε κοντό λευκό τρίχωμα, δίχως καμία βούλα. Έμοιαζε περισσότερο με λεοπάρδαλη, κατάλευκη, σαν κάποιο σπάνιο είδος. Το λυγερό της σώμα παρέμενε ακίνητο στην πράσινη όχθη της λίμνης σε τέτοια θέση που δεν έριχνε τη σκιά της στο νερό. Ακίνητη σαν άγαλμα. Μόνο το μπροστινό της πόδι κτυπούσε κοφτά την επιφάνεια του νερού, σε αραιά διαστήματα. Αργά, κάθε λίγα λεπτά κτυπούσε το νερό σαν να έβρισκε κάτι ενδιαφέρον σε αυτή την πράξη. Κι όμως, κάποιες φορές ένα ψάρι πλησίαζε για να φάει, ξεγελασμένο, νομίζοντας πως έπεφτε κάποιος καρπός μέσα στο νερό. Αστραπιαία το πόδι της πάνθηρα κτυπούσε και κάρφωνε το ψάρι τινάζοντάς το έξω από το νερό. Σαν λάμψη το κτύπημα του λευκού ποδιού στο φως του ήλιου με το λαμπύρισμα των σταγόνων του νερού που πετάγονταν.

Μπαγιάν, είχε ψιθυρίσει το όνομά της ο Φαγίντ, που το δικό του όνομα σήμαινε Πάνθηρας. Η λευκή πάνθηρας τον άκουσε και γύρισε αργά. Αυτός άπλωσε, τότε, τη συνείδησή του στο ζώο.

Ξαφνιάστηκε!

Ένας όμορφος παλμός τον υποδέχθηκε. Σαν να ήταν γραφτό, σαν να τον περίμενε εδώ και χρόνια η Μπαγιάν ενώθηκε με το πνεύμα του Φαγίντ. Από τότε ο δεσμός τους παρέμενε ισχυρός, ακόμη κι όταν αναγκαζόταν να την αφήνει μακριά από μέρη που δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει.

Ο Φαγίντ ξεκίνησε να κινείται προς ένα πλάτωμα των βράχων με την Μπαγιάν σχεδόν κολλημένη πάνω του, να τρίβεται στο πόδι του με κάθε βήμα. Κι αυτός, όσο προχωρούσε η έρευνά του στις αναμνήσεις της, τόσο μεγάλωνε η ανησυχία του. Όχι τόσο για όσα είχε εντοπίσει η κυνηγός, αλλά για όσα δεν είχε εντοπίσει. Μικρές, ασήμαντές, λεπτομέρειες, όπως η αδιόρατη απουσία έντονων σκιών σε μέρη που ο ήλιος έριχνε δυνατό το φως του, έλλειψη οσμών παρότι το αεράκι φύσαγε προς το μέρος του πάνθηρα, απαλές παραμορφώσεις σε βράχους.

Ο Σούφι στάθηκε ακίνητος στο πλάτωμα των βράχων με μοναδικό ήχο το κελάρυσμα ενός ρυακιού που κυλούσε στις σχισμές της πέτρας, λίγο παρακάτω. Το μάλλινο ρούχο του καλύπτονταν στην πλάτη από έναν λεπτό λευκό μανδύα που απλωνόταν και σκέπαζε τα δύο ξίφη που κρέμονταν σταυρωτά στους ώμους του. Οι λαβές τους ήταν κοκάλινες, λείες, δίχως τα περίτεχνα στολίσματα που συνηθίζονταν στην Ανατολή. Μόνο αυτές ξεπρόβαλαν πάνω από τον μανδύα. Οι κυρτές τους λεπίδες σκεπάζονταν από το ύφασμα, μισοδιαγράφοντας το σχήμα τους και έδιναν την ψευδαίσθηση μικρών διπλωμένων φτερών στην πλάτη του Φαγίντ.

Αυτός, αισθάνθηκε την ανωμαλία, ταυτόχρονα με το βαθύ γρύλισμα που ξέφυγε από τον λαιμό της Μπαγίντ. Παρά τον ήλιο το φως έμοιαζε να αδυνατίζει και σκιές τρεμόπαιξαν στους μυτερούς βράχους γύρω τους. Ο Φαγίντ παρέμεινε στητός, σε στάση προσοχής, και άπλωσε το αριστερό του χέρι πίσω στον ώμο του σε μια χορευτική κίνηση. Πρώτα τράβηξε τη Νουρίγια. Η κρυστάλλινη λεπίδα της σαν να άστραψε ασημένια με τη ρευστή κίνηση. Νουρίγια, σημαίνει Φως, και ο σούφι άπλωσε το αριστερό του χέρι τεντωμένο στα πλάγια και έστρεψε την λεπίδα  με τη μύτη της προς το έδαφος.

Κι ενώ σκιές πύκνωσαν γύρω τους η κρυστάλλινη κυρτή λεπίδα της Νουρίγα, ασήμιζε, στραφταλίζοντας, σαν να είχε κρυμμένα μέσα της θραύσματα από μέταλλο. Αυτά, σαν μικρά άστρα σε γκρίζο ουρανό, έμοιαζαν να έλκουν το ηλιακό φως, και να το ενισχύουν, δημιουργώντας μια λίμνη φτιαγμένη από ένα σύμπλεγμα φωτός στο έδαφος.

Το αιθερικό πεδίο πύκνωσε παλλόμενο από έντονες μαγικές ροές.

Ο Φαγίντ έκλεισε τα μάτια του και τράβηξε με μια κοφτή κίνηση το δεύτερο σπαθί, υψώνοντάς το πάνω από το κεφάλι του. Σαϊφουλλάχ, ονομαζόταν το ατσάλινο λεπτό κυρτό σαμσίρ. Το «Ξίφος του Θεού». Απλό και όμορφο, σαν κάθε καλή δαμασκηνή λεπίδα. Αποτελεσματικό μόνο στα χέρια ενός αληθινού Πιστού!

Μικρές λεπίδες τινάχτηκαν στον αέρα κινούμενες εναντίον του, και όλες αστόχησαν. Η Μπαγίντ βρυχήθηκε με θυμό. Ο Φαγίντ παρέμεινε ήρεμος. Γνώριζε πως δεν μπορούσε να ξεφύγει. Τελικά, η έρευνά του στην υπόγεια Ντερίνκουγιου είχε φέρει αποτελέσματα!

Ο κλοιός άρχισε να σφίγγει γύρω του και οι σκιές στους βράχους μεταμορφώθηκαν σε οπλισμένες μορφές. Ο Σούφι ξεκίνησε να ψέλνει το απόκυρφο Δικρ. Ο ήχος του οξύς, μελωδικός, τάραξε τις σκιές που θάμπωναν τον ήλιο. Ξεκίνησε να περιστρέφεται απλώνοντας τα χέρια του παράλληλα με το έδαφος σύμφωνα με τον ιερό δερβίσικο χορό. Η αριστερή παλάμη στραμμένη προς το έδαφος με την Νουρίγια να έλκει συνεχώς το φως και η δεξιά κρατώντας σταθερά το Σαϊφουλλάχ να δείχνει προς τον ουρανό.

Η Μπαγίντ δεν είχε συμμετάσχει, ποτέ, σε τέτοιου είδους σύγκρουση. Παρόλα αυτά η πνευματική ηρεμία του Φαγίντ την επηρέαζε και παρέμεινε σε ετοιμότητα δίπλα από το δεξί του πόδι.

Δύο αντίπαλοι προσέγγισαν ταυτόχρονα τον σούφι χορευτή. Ο αριστερός έπεσε με κομμένο λαιμό από την Νουρίγια. Το κρυστάλλινο ξίφος παρέμεινε καθαρό, σαν να απόδιωξε το αίμα από τη λεπίδα του! Ο άλλος κατέρρευσε με σακατεμένο μηρό από το αστραπιαίο κτύπημα του ποδιού της Μπαγίντ.

Βοή θυμού ξέσπασε γύρω τους.

Ο Φαγίντ συνέχισε να περιστρέφεται με μεγαλύτερη ταχύτητα δημιουργώντας μια φωτεινή θολούρα γύρω απ’ τη μορφή του. Το φως της Νουρίγια έμοιαζε να ρέει γύρω του, καλύπτοντας αυτόν και τη λευκή πάνθηρα μέσα σ’ ένα φωτεινό κουκούλι.

Οι φονιάδες τους επιτέθηκαν ξανά και ξανά. Τόσο με ατσάλι όσο και με μιαρά ξόρκια! Αντιστάθηκε. Τα ξίφη και η φωνή του απωθούσαν λεπίδες και μαγγανείες.

Ο Φαγίντ έγειρε το κεφάλι του προς τον δεξί του ώμο και άλλαξε τον ψαλμό του στο ύψιστο Δικρ της Θείας αντωνυμίας «Χου».

Μια φωνή μέσα από τον βράχο της ψυχής του τον ρώτησε «Ποιος είναι;»
Κι ο άνθρωπος αποκρίθηκε «Είμαι Εσύ, Αγαπημένε!» και αφέθηκε στη θεία Έκσταση.

Λίγα λεπτά μετά, η συμπλοκή είχε τελειώσει.

Η όμορφη λευκή γούνα της Μπαγίντ, το λευκό μάλλινο ρούχο και ο μανδύας του ήταν καλυμμένα με κόκκινο αίμα. Δίπλα τους στα όρια του φωτεινού κύκλου που είχε χαράξει ταυτόχρονα σε παράλληλες διαστάσεις, στοιβάζονταν σορός τα πτώματα των Ασσασίνων. Κομμένα μέλη, ξεσχισμένα πρόσωπα, χυμένα άντερα, πλευρά και κόκαλα να εξέχουν. Το φως του ήλιου τα έκανε να λάμπουν.

Η Μπαγίντ ξεκίνησε να γλύφει τις πατούσες της, καθαρίζοντάς τες.

Ο Φαγίντ γονάτισε στηριγμένος στα ξίφη του και έκλαψε.

Έκλαψε για τις ψυχές που χάθηκαν, που σπαταλήθηκαν βορά στο σκοτάδι.

Κι όταν στέρεψαν τα δάκρυα του είχε σιγουρευτεί για το πνευματικό όνομα, αυτό που ο δάσκαλός του τον είχε στείλει να ανακαλύψει.

Χασίμ, ο «Καταστροφέας του Κακού»!

Ανασηκώθηκε και τοποθέτησε τα ξίφη στις θήκες τους, πίσω από τον λερωμένο με αίμα μανδύα. Τώρα, πια, έδειχναν σαν διπλωμένες κόκκινες φτερούγες.

Ο Φαγίντ αλ Χασίμ, ταλαντεύτηκε μέσα του.

Για μια στιγμή, και μετά ξεκίνησε να ολοκληρώσει το πνευματικό του ταξίδι.