PHB cover Site

Ξύπνησε απότομα, έχοντας την οσμή του τέρατος έντονη στα ρουθούνια του. Τινάχθηκε όρθιος κρατώντας χαμηλωμένη τη πλατιά λεπίδα του ξίφους του.

Αφουγκράσθηκε.

Είχε αποτινάξει από πάνω του κάθε ξέφτι νύστας και το σώμα του παρέμεινε σε εγρήγορση σαν να ήταν από ώρα ξύπνιος.

Τίποτα. Ούτε ήχος, ούτε μυρωδιά.

Μόνο το αδιόρατο τριζοβόλημα του χιονιού, όπως έπεφτε κι άλλο η θερμοκρασία μες τη νύχτα.

Τα ρουθούνια του Χουάν πλάτυναν όπως ρουφούσε δυνατά τον παγωμένο αέρα.

Καμία ύποπτη οσμή, μόνο η αίσθηση μέσα από το όνειρο, ηχώ στην ψυχή του, εκείνου του τέρατος που παραμόνευε.

Χαλάρωσε και άπλωσε το αριστερό του χέρι, πιάνοντας μια χούφτα χιόνι και την ακούμπησε στον σβέρκο του. Το παγωμένο σοκ απόδιωξε ολοκληρωτικά από το νου την ονειρική δυσοσμία.

Κάθισε αργά μέσα στο σκοτάδι.

Δεν χρειαζόταν τη φωτιά. Μπορούσε να βλέπει σα νυκτόβιο αρπακτικό!

Κι όπως χαλάρωσε το σώμα και η ψυχή του, έτσι έσβησε η ψυχρή λάμψη της λεπίδας που κράταγε. Το σκοτάδι απλώθηκε εντελώς γύρω του. Ούτε αστέρια, ούτε μακρινά φώτα καταυλισμών.

Μπροστά του είχε μόνο το σκοτάδι!

Ο Χουάν δίπλωσε τα πόδια του καθισμένος ανακούρκουδα επάνω στη μάλλινη κουβέρτα του και τοποθέτησε τη λεπίδα μπροστά από τα γόνατά του.

Μείωσε τους παλμούς της καρδιάς του. Η αναπνοή του έγινε αδιόρατη, σχεδόν δεν ανέπνεε, με τον τρόπο που τον έχει εκπαιδεύσει ο Γκρίζος Κάστορας πριν από δώδεκα χρόνια.

Εκείνος που του είχε σώσει τη ζωή.

Ηρέμισε κι άλλο, δίχως να τον ενοχλεί η παγωμένη νύχτα.

Κι όσο σιωπούσε το σώμα του, τόσο απλωνόταν η ψυχή του σε κόσμους που ελάχιστοι άνθρωποι κατανοούσαν.

Ένα μειδίαμα έσκασε στα χείλη του στην ανάμνηση του δεκατετράχρονου εαυτού του που έτρεχε χαμένος για να ξεφύγει από τους εφιάλτες του, μακριά από το βικτωριανό αρχοντικό του πατέρα του. Τότε που δεν ονομαζόταν Χουάν, αλλά Τζον, όπως ο κόμητας παππούς του. Τότε που είχε γίνει φυγάς αγωνιζόμενος να ξεφύγει από τη βαριά κληρονομιά του, το πνευματικό χάρισμα που περνούσε από γενιά σε γενιά και απαιτούσε θυσίες αίματος!

Παρά τις άσχημες αναμνήσεις του το χαμόγελο παρέμεινε στο πρόσωπο του Χουάν. Είχε συμφιλιωθεί εδώ και χρόνια με τους εφιάλτες του. Ο γέροντας, Γκρίζος Κάστορας, είχε βοηθήσει σε αυτό. Τον είχε σώσει μισοπαγωμένο, να κτυπιέται με σπασμούς έτσι όπως τον ταλάνιζαν τα εφιαλτικά οράματα και είχε ταξιδέψει μαζί του διαρρηγνύοντας τον τρόμο τους!

Έναν μήνα είχε ζήσει ο μικρός Τζον, στο καταφύγιο του γέρου ινδιάνου. Έναν μήνα μεταξύ ζωής και θανάτου μέχρι ο γερο-σαμάνος καταφέρει να σπάσει τα τρομερά ξόρκια που είχε πλέξει ο πατέρας του γύρω από τη ψυχή του.

Ήταν η σημαντικότερη περίοδος της ζωής του. Ταξίδεψε με τον γέροντα σε ατέλειωτα λιβάδια και σε θαυμαστά φαράγγια του ονειρικού κόσμου. Δίπλα στον γιγάντιο αστρικό κάστορα ήταν που ανέκτησε τον έλεγχο των ονείρων του και υψώθηκε πάνω από τους εφιάλτες, ανακαλύπτοντας το πνεύμα του Λευκού Αετού.

Το Πνεύμα του!

Έναν μήνα μετά ο γέρος Ιροκουά, τον πήρε μαζί του στον μικρό καταυλισμό της φυλής των Ονέιντα. Τον υιοθέτησε, όχι ως αιχμάλωτο, αλλά ως θείο δώρο σταλμένο από το πατέρα των Αετών.

Ο Χουάν έζησε την πιο όμορφη χρονιά της ζωής του. Διδάχθηκε τον απλό και άμεσο τρόπο των Ονέιντα και ισορρόπησε δίχως να νοιώθει τον πόνο που για χρόνια ταλάνιζε τη ψυχή του. Κοντά στον Γκρίζο Κάστορα βελτίωσε τον διαλογισμό του και σταθεροποίησε την πνευματική επαφή του με το υπερπέραν.

Αλαφροπάτητο, τον αποκαλούσαν οι ινδιάνες του χωριού, μικρές και μεγάλες. Ήταν ο μοναδικός λευκός στον καταυλισμό τους και τον πείραζαν με τον άκακο, σχεδόν παιδικό τρόπο, μιας ομάδας ανθρώπων που λειτουργούσε συλλογικά, με όλα τα μέλη της φυλής να αδιαφορούν για ατομικές ιδιοκτησίες και πλουτισμό.

Κλείνοντας πια τα δεκαπέντε του χρόνια, ο Αλαφροπάτητος Τζον είχε δυναμώσει, σωματικά, ψυχικά και πνευματικά. Για πρώτη φορά στη ζωή του βίωνε αρμονία.

Αρμονία με τη φύση, αρμονία με τους ανθρώπους.

Μέχρι που τους ανακάλυψαν οι φονιάδες του πατέρα του!

Είχαν ξαμοληθεί, νύχτα, στον καταυλισμό τους, σφαγιάζοντας αδιακρίτως. Μαζί τους είχαν κυνηγόσκυλα της Κόλασης. Τερατόμορφους σκύλους δεμένους με δαιμόνια, μέσω των απόκρυφων διαβολικών τεχνών του πατέρα του.

Ο Γκρίζος Κάστορας τον είχε παρακαλέσει να τρέξει όσο μακρύτερα μπορούσε, συγκεντρώνοντας γύρω του δυνάμεις της φύσης. Η σύγκρουση ήταν τρομερή!

Τρομοκρατημένος ο  Αλαφροπάτητος Τζον, έτρεξε.

Και συνέχισε να τρέχει μέρα και νύχτα έχοντας την οσμή των τεράτων αγκιστρωμένη στην αύρα του! Ο τρόμος είχε γίνει ξανά καθημερινός σύντροφος στη ζωή του. Αδυνατούσε να ελευθερωθεί από την επιρροή του. Μια μέρα αισθανόταν ήρεμος, μια στα όνειρά του οι εφιάλτες ορμούσαν για να τον ξεσκίσουν!

Έκανε ότι μπορούσε για να ξεφύγει όσο μακρύτερα από την πολιτεία της Μασαχουσέτης. Νότια και πάλι νότια, επιλέγοντας όσο περισσότερο μπορούσε να ταξιδεύει μέσω των ποταμών, δυσκολεύοντας τα τέρατα που βρίσκονταν κατόπι του.

Νότια και πάλι νότια, μέχρι που κατέφυγε σε ένα ισπανικό μοναστήρι. Εκεί, οι εχθροί του έχασαν τα ίχνη του. Ήταν λες και ο ευλογημένος τόπος εμπόδιζε κάθε μαγική επιρροή που ασκούταν επάνω του.

Εκεί, ανάμεσα σε σκληροτράχηλους μοναχούς, κατέφυγε για χρόνια.

Δίχως να τον κυνηγούν. Δίχως επιθέσεις στα όνειρά του!

Δυο χρόνια μετά βαπτίστηκε Χουάν, αφιερώνοντας ολόψυχα τον εαυτό του στη θεϊκή Χάρη. Κι όταν έκλεισε τα δεκαοκτώ, βγήκε για πρώτη φορά έξω από το μοναστήρι. Ασφαλής, με τη χάρη του Χριστού να τον προστατεύει από κάθε δαιμονική μαγεία.

Για χρόνια ο Χουάν περιπλανήθηκε στην έρημο και στα χωριουδάκια των αποίκων κηρύττοντας τον Λόγο του Θεού. Έχοντας τον εαυτό του ζωντανή απόδειξη της Χάρης Του. Εξέλιξε τις υπερφυσικές του ικανότητες σε νέο επίπεδο και σε αρμονία με την πίστη του. Σύντομα κατέληξε ο ίδιος να κυνηγάει τέρατα και από ένα φοβισμένο θήραμα μιας εφηβικής ηλικίας, ανδρώθηκε σε έναν αδυσώπητο κυνηγό!

 

Πάλι η αδιόρατη οσμή!

Η οσμή των εχθρών του. Θειάφι με σήψη, σαν κάτι μισοψημένο και ξεχασμένο στον πάτο της δημιουργίας, να σαπίζει αργά, αλλά και να μη σαπίζει. Όχι η μυρωδιά της καμένης  σάρκας, αλλά η αηδιαστική, λιγότερο γλυκιά και περισσότερη ξινή της σήψης να τονίζεται από την αψάδα του θειαφιού. Σαν να υπήρχε και να μην υπήρχε σε αυτόν τον κόσμο.

Σαν κάποια παραίσθηση!

Ο Χουάν Χάντερ δεν ξεγελάστηκε.

Το τρίξιμο του χιονιού είχε αποκτήσει ρυθμό. Αργό, πολύ αργό, αλλά τον ρυθμό του πλάσματος που παραμονεύει το θήραμά του, ικανό να το προσεγγίζει, αργά, με υπομονή.

Ο Χουάν είχε πάψει από καιρό, πια, να είναι θήραμα!

Ο σκύλος της Κόλασης όρμηξε αφήνοντας ένα θρηνητικό αλύχτισμα. Περισσότερο ανθρώπινου πόνου, παρά ζώου. Σαν η ψυχή του δαίμονα που ήταν δεμένη μαζί του να  υπέφερε για την κατάντια της! Ο θλιβερός ήχος απλώθηκε οξύς στη σιγαλιά της νύχτας τρομοκρατώντας τα μικρά πλάσματα του βουνού.

Ο Κυνηγός δεν του έδωσε σημασία. Η ψυχή του ήταν από καιρό θωρακισμένη στους δαιμονικούς ήχους. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε κατάματα το κυνηγόσκυλο που εφορμούσε, τέσσερα μέτρα μακριά του.

Ο χρόνος σαν να πάγωσε και διαστάλθηκε.

Το μπροστινά πόδια του πλάσματος υψώθηκαν τινάζοντας χιόνι.

Ο Χουάν συγκέντρωσε τη ματιά του στον αντίπαλο.

Το πυρωμένο βλέμμα του τέρατος κλονίστηκε και έχασε τον βηματισμό  του, παραπατώντας. Πιότερο ταράχτηκε η βασανισμένη ψυχή του δαίμονα και σαν να προσπάθησε να αποτραβηχτεί η ψυχή του πιο βαθιά από τα κατακόκκινα μάτια και να λουφάξει μέσα στο σώμα του ζώου! Το ουρλιαχτό του άλλαξε σχεδόν σε παρακαλεστικό αλύχτισμα, σαν γνώριζε ήδη την καταδίκη του.

Παρόλα αυτά το κυνηγόσκυλο συνέχισε την επίθεσή του. Ο Χουάν σηκώθηκε, σχεδόν νωχελικά, και σε μια ενιαία κίνηση έπιασε το ξίφος του και στριφογύρισε. Η λεπίδα άστραψε με ένα λευκό φως στο σκοτάδι και το κεφάλι του ζώου κύλισε στο έδαφος. Το υπόλοιπο σώμα προσπέρασε τον Χουάν καταρρέοντας και βάφοντας το χιόνι με σκοτεινό αίμα. Σαν ένας λυγμός φοβισμένου παιδιού να ακούστηκε.

Ο Χουάν αγνόησε την ηχώ του δαίμονα στο αιθερικό πεδίο. Η λάμψη της λεπίδας του έσβησε και ο Κυνηγός τη σκούπισε προσεκτικά από το μιαρό αίμα. Ήδη η μυρωδιά της υπερφυσικής σήψης απλώνονταν από το πτώμα του ζώου καθώς διαλύονταν τα διαβολικά μάγια.

Ο Χουάν μάζεψε τα λιγοστά πράγματά του τυλίγοντάς τα μέσα στη κουβέρτα του. Τη στερέωσε στη μέση του. Έβγαλε από το μικρό του σακίδιο μια ασημένια διμούτσουνη πιστόλα. Αφηρημένα χάιδεψε τα περίτεχνα σκαλίσματά της και έβγαλε μια μεζούρα από το φρέσκο μπαρούτι που του είχαν δώσει πριν δυο μέρες οι πατριώτες στο Λέξιγκτον.

Τα τελευταία δύο χρόνια και όσο πλησίασε προς τα βόρεια, τόσο πιο έντονες ήταν και οι αντιδράσεις των αμερικανών κατά της βρετανικής μοναρχίας. Ο ίδιος, παρότι οι ιδέες του Διαφωτισμού αμφισβητούσαν ευθέως τον πυρήνα της πίστης του, ήταν πρόθυμος να συνταχθεί στο κίνημα ανεξαρτησίας για την ελευθερία αυτής χώρας. Από τη μία, η πίστη του δεν κλονιζόταν, γνώριζε καλά τη ισχύ της Θείας Χάριτος. Κι από την άλλη ο εχθρός τους ήταν κοινός.

Ο πατέρας του είχε εγκαθιδρύσει την εξουσία του με τη δύναμη του βρετανικού στέμματος, τυραννώντας μια μεγάλη έκταση βόρεια της Βοστόνης. Είχε πολιτική δύναμη, είχε στρατιωτική υποστήριξη και είχε δεκάδες φονιάδες στη δούλεψή του. Τόσο ανθρώπινους, όσο και δαιμονικούς! Κι ενώ το κίνημα της Ανεξαρτησίας φούντωνε, αυτός είχε μπροστά του τον δικό του πόλεμο!

Ο Χουάν τέλειωσε το γέμισμα και της δεύτερης κάνης. Τα ρουθούνια του τρεμόπαιξαν. Πιότερο αισθάνθηκε με τα άκρα της ψυχής του την ιδιαίτερη οσμή του τέρατος. Αυτή που είχε νιώσει και στο πρόσφατο όνειρό του. Ήταν διαφορετική από τη μυρωδιά των κυνηγόσκυλων της Κόλασης. Δεν υπήρχε η αίσθηση της σαπισμένης ζωικής σάρκας, να κυριαρχεί, αλλά η έντονη μυρωδιά του μίσους, συντριπτική πάνω από όλες τις άλλες μυρωδιές! Τέτοιου έντονου και αβυσσαλέου μίσους που δεν θα άντεχε να χωρέσει στο σώμα ενός κυνηγόσκυλου.

Θηκάρωσε τη πιστόλα στη μέση του και γονάτισε. Προσευχήθηκε και κάλυψε τον εαυτό του με θείο Φως, αποδιώχνοντας την οσμή του Τέρατος. Δεν θα επέτρεπε οποιαδήποτε ψυχική επαφή μαζί του.

Δεν την χρειαζόταν. Ήξερε που θα βρει τους εχθρούς του.

Ο Κυνηγός ξεκίνησε να βαδίζει μέσα στη νύχτα. Σκόπευε να φτάσει στο αρχοντικό του πατέρα του πριν ξημερώσει!