Η Μαρί τάχυνε το βήμα της στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, κοντά στις προβλήτες, και τυλίχθηκε σφικτά με τον μανδύα της για να προστατευτεί από το κρύο και την υγρασία. Είχε επιλέξει την όχθη καθώς το σκοτάδι της νύχτας, που αποσυρόταν σταδιακά, θα της πρόσφερε κάλυψη για να μην την αναγνωρίσουν κάποιοι από τους συνεργάτες της οικογένειάς της.

Έστριψε βόρεια και κινήθηκε ανάμεσα στους κήπους του Αγίου Παύλου, με κατεύθυνση την καρδιά της εβραίικης συνοικίας Μαραί. Αφέθηκε στην πρωινή μοσχοβολιά των λουλουδιών και η καρδία της επιτάχυνε τους κτύπους της. Το ιδιαίτερο άρωμα των νυχτολούλουδων πλημμύρισε την ψυχή της, φουντώνοντας τα ήδη έντονα συναισθήματά της. Τρίτη συνεχόμενη νύχτα παραδομένη στην τρέλα του έρωτα! Τρίτη νύχτα στην αγκαλιά και το γυμνασμένο σώμα του Πιέρ.

Ανατρίχιασε, και όχι από το κρύο.

Το πρόσωπο της δεκαεξάχρονης Μαρί έλαμψε, σχεδόν από ευτυχία και επιτάχυνε το βήμα της πλατσουρίζοντας στις λάσπες του τεράστιου κήπου της εκκλησίας που έφτανε μέχρι τον Σηκουάνα. Η πρώτη της φορά που είχε κάνει έρωτα ήταν πριν από τρεις μέρες. Το φλερτ με τοννεαρό παραγιό του σιδερά στη συνοικία της νότιας Βαστίλης έχει κρατήσει δυο μήνες μέχρι αυτή να ενδώσει. Δυο μήνες με χτυποκάρδια και υπέροχες στιγμές αγωνίας μέχρι που αποφάσισε να ξεφύγει νύχτα από το αρχοντικό τους και να αιφνιδιάσει τον Πιέρ πέφτοντας στην αγκαλιά του. Από την πρώτη στιγμή η ορμή του έρωτα τη συνεπήρε και την υπόλοιπη μέρα, μακριά από την αγκαλιά του Πιέρ, μετρούσε κάθε ώρα μακριά του με αγωνία. Κοντά του είχε τρέξει ξανά χθες βράδυ, κοντά του και σήμερα τη νύχτα.

Το φως άρχισε να νικάει το σκοτάδι της νύχτας και τα βαριά σύννεφα στον παριζιάνικο ουρανό αποκτούσαν μια εσωτερική λάμψη. Η Μαρί προσπέρασε τη μεγάλη καθολική εκκλησία δίχως να την κοιτάξει. Δεν ένιωθε καθόλου τύψεις, και προς κανένα θεό. Τρεις νύχτες με ελάχιστο ύπνο, τρεις νύχτες υπέροχες! Καμία σκέψη για τις διδαχές της Χαλακά και τους κανόνες της «ευπρεπούς κορασίδας» που την δίδασκε η μάνα της. Έρωτας, μόνο έρωτας! Ο υπέροχος και συγκλονιστικός σαν θάνατος, έρωτας!

Άφησε πίσω της τα εκκλησιαστικά κτίρια και τις μικρές αποθήκες του ναού και έστριψε αριστερά, μπαίνοντας στην εβραϊκή συνοικία. Ξημέρωνε, και άρχισε, πια, να ανησυχεί. Παρότι αυτή και ο Πιέρ είχαν σωριαστεί εξαντλημένοι, μετά από ώρες ερωτικών παιχνιδιών, δεν είχε αντέξει στον πειρασμό να τον καβαλήσει ξανά πριν από μια ώρα και να καλπάσει πάνω στο μισοκοιμισμένο κορμί του, αχόρταγα, σαν να μην της απόμενε στάλα ζωής.

Είχε αργήσει! Ήδη ακούγονταν πρωινοί θόρυβοι από τα κλεισμένα ακόμη πατζούρια των εμπορικών. Δεν θα προλάβαινε να σκαρφαλώσει ξανά στον πρώτο όροφο, στο δωμάτιο της γιαγιάς της. Έπρεπε να σκαρφιστεί μια καλή δικαιολογία για τον πατέρα της.

Τους τελευταίους τρεις μήνες, μετά τον θάνατο της γιαγιάς Εσθήρ, η Μαρί είχε διεκδικήσει το βαρυφορτωμένο με βιβλία δωμάτιο της γιαγιάς της. Η μάνα της ήταν η πρώτη που υπόκυψε στην επιθυμία της καθώς γνώριζε τη μεγάλη αδυναμία που έτρεφε η γριά Εσθήρ στην μονάκριβη εγγονή της! Τρεις μήνες ανάμεσα σε υπέροχα βιβλία, γραμμένα στα λατινικά, ελληνικά και εβραϊκά. Τις πρώτες μέρες το να βυθίζεται στον θησαυρό γνώσης απάλυνε τη θλίψη της για τον απώλεια της γιαγιάς της. Κάτι ολοφάνερο και στους γονείς της, ώστε ο πατέρας της, παρά τη ξεροκεφαλιά του, να της επιτρέψει να μετακομίσει μόνιμα στο δωμάτιο της γιαγιάς Εσθήρ.

Ένα μήνα μετά προέκυψε το φλερτ με τον Πιέρ και η ζωή της άλλαξε οριστικά. Ο πόνος του χαμού της Εσθήρ συρρικνώθηκε και η Μαρί αρπάχθηκε από τον έρωτα σαν να ήταν σκάλα πάνω από κάποιο γκρεμό! Η μόρφωση που είχε λάβει τα τελευταία δέκα χρόνια στο Κολέγιο του Μέγα Λουδοβίκου, στην περιοχή του Πάνθεον, νότια από την άλλη όχθη του Σηκουάνα, κοντά στους Κήπους του Λουξεμβούργου, είχε ανοίξει τους ορίζοντές της σε νέες ιδέες. Το παλιό κολέγιο των Ιησουιτών, του 16ου αιώνα, που είχε μετονομαστεί με τη χάρη του Υπέρλαμπρου Βασιλιά Ήλιου, Λουδοβίκου XIV, ήταν ένα από τα δύο σημαντικότερα Λύκεια του Παρισιού. Ο πλούτος και οι διασυνδέσεις του πατέρα της, επέτρεψαν να έχει πρόσβαση στο φημισμένο εκπαιδευτήριο που είχαν μαθητεύσει ο Μολιέρος και ο Βολταίρος!

Και ήταν ο κρυστάλλινος λόγος του μεγάλου φιλοσόφου που την είχε πείσει να απομακρυνθεί από τις οικογενειακές δοξασίες και δεισιδαιμονίες. Όπου στα λόγια των Διαφωτιστών υπήρχε Ιησούς, έβαζε τον Γιαχβέ, και όπου τα χριστιανικά Ευαγγέλια, έβαζε την ιουδαϊκή Τορά. Ο πατέρας της δεν είχε καταλάβει την πνευματική αλλαγή που τελούνταν στην εφηβεία της. Μόνο η γιαγιά της, δεν μπορούσε να κρυφτεί από τα μαύρα διεισδυτικά της μάτια. Η γιαγιά Εσθήρ, η οποία  της μιλούσε ξανά και ξανά για το θαυμαστό μαντικό χάρισμα που είχε κληρονομήσει από την ίδια. Και παρόλο που η Μαρί αρνούταν τις υπερφυσικές δοξασίες και έχτιζε τη νεανική προσωπικότητά της με τις καθαρές αρχές του Διαφωτισμού, αδυνατούσε να απομακρύνει από την ψυχή της τη συγκλονιστική, σχεδόν υπερφυσική παρουσία της Εσθήρ.

Μέχρι που αυτή, πέθανε. Έτσι, ξαφνικά! Όπως κοιμήθηκε τη νύχτα, δεν ξύπνησε, ξεψύχησε γαλήνια.

Τη μέρα της κηδείας της, την είχε πάρει παράμερα ο γέρος αδερφός της Εσθήρ, και θείος της, ο Ζακ-Ζακ. Αυτός που ο πατέρας της πείραζε τη Σάρα, τη μάνα της, πως ήταν ένας από τους πιο ύπουλους τοκογλύφους του βορειανατολικού Παρισιού. Ο θείος Ζακ, λοιπόν, της είχε δώσει κρυφά ένα ασημένιο δακτυλίδι, παλιό οικογενειακό κειμήλιο, που απεικόνιζε ανάγλυφα έναν άγγελο, Της είχε εκμυστηρευτεί  πως τον είχε ορκίσει η αδερφή του Εσθήρ να το δώσει στην εγγονή τους, μετά τον θάνατό της. Της έδωσε το δακτυλίδι, την κτύπησε στην πλάτη και έφυγε, δίχως καμία εξήγηση! Η Μαρί το είχε φυλάξει τυλιγμένο σ’ ένα μαντήλι στη ζώνη της και το είχε ξεχάσει τους τελευταίους μήνες. Το θυμήθηκε πάλι, ξανά, τώρα που είχε χαράξει και πλησίαζε σπίτι της.

Σαν να αφουγκράζονταν κάτι που πλησίαζε, μείωσε τον βηματισμό της. Ορμητικά, ένας κόμπος πίεσε την καρδιά της. Της κόπηκε η ανάσα. Σαν ένα άγριο χέρι να είχε τρυπώσει στο στήθος της και την έσφιγγε θανάσιμα. Τρόμαξε!

Κοίταξε γύρω της.

Βημάτιζε πια στην περίφημη οδό των Ρόδων με τα πλούσια αρχοντικά και τα πολυτελή εβραϊκά καταστήματα. Από κάθε μεριά του δρόμου, απλώνονταν κήποι με τριαντάφυλλα κάθε χρώματος, με τις τριανταφυλλιές να ξεφύγουν από τα όρια των αυλών και να απλώνονται φουντωτές στις άκρες του δρόμου, με μια ισορροπημένη σχέση, ανάμεσα στην τάξη και τη φυσική αναρχία. Η περιοχή Μαραί είχε κτιστεί σε έναν μπαζωμένο βαλτότοπο και το έδαφός της παρέμενε έφορο, δίνοντας άπλετη τροφή στις ρίζες των τριανταφυλλιών. Ναι, η κεντρική οδός του Μαραί, ήταν διάσημη για τα ομορφότερα τριαντάφυλλά της, σε ολόκληρο το Παρίσι.

Η γλυκιά μυρωδιά των λουλουδιών απλώνονταν γύρω της, αλλά η Μαρί κρατούσε την αναπνοή της. Το έντονο αίσθημα ανησυχίας γινόταν βεβαιότητα.

Έχεις το Χάρισμα, ξανάκουσε τη φωνή της γιαγιάς της, και την απόδιωξε απ’ τον νου της.

Τα μάτια της κοιτούσαν τριγύρω ανήσυχα, αλλά δεν παρατηρούσε κάτι το ανησυχητικό. Ήταν πρωί Παρασκευής και τα καταστήματα άνοιγαν για μια κερδοφόρα εμπορικά ημέρα, καθώς θα ακολουθούσε η αργία του Σαββάτου.

Η Μαρί τάχυνε το βήμα της, αγνοώντας το βάρος στην καρδιά της. Προετοιμάστηκε για την ανάκριση του πατέρα της καθώς θα ετοίμαζε τις προθήκες με τα σπάνια κουρδιστά μπιχλιμπίδια του.

Η πόρτα της αυλής τους ήταν κλειστή, αλλά η εξώπορτα της διώροφης πλούσιας κατοικίας τους ήταν ορθάνοιχτη. Πέρασε στην αυλή του σπιτιού τους, στον δικό τους φροντισμένο κήπο με ολοστρόγγυλα λευκά τριαντάφυλλα. Η πόρτα της εισόδου έχασκε ανοιχτή και σιωπηλή.

Τα πόδια της βάρυναν, δυσκολεύοντας τα βήματά της. Η Μαρί στάθηκε στην είσοδο και αφουγκράστηκε τη σιωπή απορώντας για το σκοτάδι. Κανονικά οι υπηρέτες τους θα είχαν ανοίξει τα παραθύρια και ο πατέρας της θα επόπτευε το πρωινό ξεκίνημα του καταστήματός τους.

Σιωπή…

Πίσω της το χειμωνιάτικο φως ξυπνούσε τη πλούσια συνοικία του Μαραί. Οπουδήποτε αλλού, στο Παρίσι, μια τέτοια γειτονιά θα παρέμενε νωχελικά κοιμισμένη και μόνο οι υπηρέτες θα ήταν ξύπνιοι και θα ασχολούνταν με ψώνια και την πρωινή φροντίδα των αρχοντικών. Όχι όμως στο Μαραί, και μάλιστα μια Παρασκευή πρωί.

Η Μαρί έκανε ένα βήμα προς τα μέσα. Περνώντας τη διαχωριστική γραμμή του κατωφλιού και αφήνοντας πίσω της τους οικείους θορύβους της γειτονιάς της.

Αυτή, και το σιωπηλό, σκοτεινό σπίτι της.

Ασυναίσθητα είχε φέρει το χέρι της στο μαντήλι της ζώνης της. Ένα τμήμα του εαυτού της, αποκομμένο, σαν ξεχωριστή συνείδηση, που παρατηρούσε τις πράξεις της, σημείωσε τα δάχτυλά της να ψηλαφίζουν το σχήμα του ασημένιου δακτυλιδιού της γιαγιάς της.

Προχώρησε αποφασιστικά μέσα στο μισοσκόταδο. Ήταν το σπίτι της και ό,τι κι αν είχε συμβεί, θα το αντιμετώπιζε! Μια περίεργη ξένη μυρωδιά έκανε αισθητή την παρουσία της, τώρα που το άρωμα των τριαντάφυλλων είχε υποχωρήσει. Άσχημη και βαριά. Λίγο γλυκιά, αλλά αναγουλιαστική.

Η Μαρί προσπέρασε τον προθάλαμο με τους επίχρυσους καθρέφτες και μπήκε στην κυρίως σάλα που ήταν και το κατάστημά τους. Αριστερά της, επάνω σε πλατιά επίχρυσα τραπέζια και προφυλαγμένα μέσα σε γυάλες εκτίθονταν τα αιγυπτιακά κειμήλια που ήταν μόδα αυτή την περίοδο στα σαλόνια της γαλλικής αριστοκρατίας, ενώ δεξιά στέκονταν προθήκες με αρχαία όπλα, μάσκες και παράξενα σκεύη από τα Βαλκάνια μέχρι την Αφρική. Εάν οι υπηρέτες είχαν ανοίξει τα πατζούρια της σάλας, το ημίφως θα τόνιζε μυστηριακά αυτά τα σπάνια εμπορεύματα.

Όλα σωστά, όλα σε τάξη. Εάν είχαν μπει κλέφτες στο σπίτι δεν θα είχαν αδιαφορήσει σε αυτόν τον πλούτο. Η Μαρί έφτασε στη μεγάλη διπλή σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια και το γραφείο του πάνω ορόφου. Δεξιά της ο διάδρομος προς την τραπεζαρία, την κουζίνα και τα δωμάτια των υπηρετών. Αριστερά η πόρτα με τα σπάνια κουρδιστά τεχνουργήματα που φύλαγε, περισσότερο ως συλλέκτης, παρά ως έμπορος, ο πατέρας της. Δοκίμασε την πόρτα και διαπίστωσε πως παρέμενε κλειδωμένη.

Αποφάσισε να εξετάσει πρώτα το υπνοδωμάτιο των γονιών της και, προσεκτικά, ξεκίνησε να ανεβαίνει τα σκαλιά. Τα μάτια της είχαν συνηθίσει στο μισοσκόταδο. Πια, η άσχημη μυρωδιά ήταν πιο έντονη στον επάνω όροφο.

Φως έμπαινε στον διάδρομο από την ανοιχτή πόρτα στο βάθος. Από το δωμάτιο της γιαγιάς της, από το δικό της δωμάτιο! Η Μαρί δεν είχε πια λόγο να ανησυχεί μήπως είχαν καταλάβει οι γονείς της το νυχτερινό φευγιό της.

Προχώρησε προς τη δίφυλλη πόρτα των γονιών της. Ο πατέρας την κλείδωνε κάθε βράδυ. Ήταν μισάνοιχτη και είχε ανοίξει με βία. Σπασίματα φαίνονταν ξεκάθαρα στα επίχρυσα σκαλίσματα. Η μυρωδιά εδώ, ήταν σχεδόν αφόρητη.

Η Μαρί έσπρωξε το δεξί φύλλο της πόρτας και μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο.

Σαν η συνείδησή της να αρνούταν να στραφεί στα σημαντικά, το βλέμμα της περιπλανήθηκε στον ουρανό του διπλού σκαλιστού κρεβατιού. Τα αραχνοΰφαντα πέπλα του έμοιαζαν με σκοτεινές φτερούγες που κρέμονταν άνευρα. Κρατώντας την αναπνοή της γύρισε αριστερά στο μεγάλο κηροπήγιο του τοίχου, χρησιμοποίησε τα σπερματσέτα από τον μπουφέ και έβαλε φωτιά στα τρία μεγάλα κεριά του.

Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη κοιτώντας την ταπετσαρία του τοίχου. Η βαριά μυρωδιά την έπνιγε και αυτή αρνούνταν να γυρίσει σε αυτό που ένα κομμάτι της συνείδησή της είχε ήδη εντοπίσει και λούφαζε τώρα μέσα στην ψυχή της, σαν ένα τρεμάμενο ζωάκι.

Τελικά, γύρισε. Στράφηκε προς το αναπόφευκτό.

Το σώμα του πατέρα της ήταν ριγμένο στο πάτωμα στο κέντρο του δωματίου με το κεφάλι αποκομμένο και τα έντερά του χυμένα να γυαλίζουν στο απαλό φως των κεριών.

Το σώμα της μάνας της ακίνητο επάνω στο διπλό κρεβάτι με κατακόκκινα σεντόνια. Τα λευκά τούλια που κρέμονταν από τον ουρανό του κρεβατιού πιτσιλισμένα με αίμα!

Η Μαρί συγκράτησε τη χολή που ανάβλυσε από τα σπλάχνα στο στόμα της. Ένα κομμάτι του εαυτού της καλοδέχτηκε τη πικρή γεύση της, καθώς σκέπασε την πνιγηρή μυρωδιά του δωματίου.

Προχώρησε, απορώντας με τον εαυτό της, πάνω από το κατακρεουργημένο σώμα του πατέρα της κι έσκυψε. Ο παρατηρητής της συνείδησής της πρόσεξε το όμορφο φόρεμα και τον μανδύα της να ποτίζουν από το νωπό αίμα.

Άπλωσε το δεξί της χέρι, διαπιστώνοντας πως είχε φορέσει ήδη το ασημένιο δακτυλίδι της γιαγιά της στο μεσαίο δάκτυλο. Αγνόησε την απαλή λάμψη του ανάγλυφου αγγέλου και ακούμπησε το κομματιασμένο κεφάλι του πατέρα της, στο μέτωπο.

Το πρόσωπό του ήταν κατεστραμμένο από βαθιές δαγκωματιές, είπε, κι όσα ακολούθησαν έμοιαζαν με όνειρο!

Κοιμόνταν, λέει, δίπλα στη μητέρα της, όταν ξύπνησε από τις κραυγές τον υπηρετών στο υπόγειο. Κλέφτες, σκέφτηκε όταν κάτι βαρύ κτύπησε την κλειδωμένη πόρτα.

Η Σάρα, ούρλιαξε δίπλα του.

Δεν πρόλαβε να σηκωθεί και η πόρτα έσπασε, ανοίγοντας προς τα μέσα.

Μια απίστευτη μπόχα σαπισμένου, όρμηξε στο δωμάτιο, πριν τους εισβολείς.

Σκυφτές φιγούρες μπήκαν στο δωμάτιο με τις περίεργες μορφές τους να φωτίζονται από το φανάρι του διαδρόμου. Καμπούρικες με μακρόστενα πρόσωπα με μυτερά αυτιά. Σκιές με μακριά νύχια στα χέρια.

Η Σάρα άφησε δίπλα του έναν πνιγμένο λυγμό μικρού παιδιού.

Σηκώθηκε και άρπαξε το ασημένιο κηροπήγιο από δίπλα του. Συριστικοί, φιδίσιοι, ήχοι ξέφυγαν από τα στόματα των πλασμάτων. Τρεις, τέσσερις σκιές.

Προχώρησε μπροστά, απορώντας για το θάρρος του. Αγαπούσε τη Σάρα.

Το πρώτο πλάσμα κοντά του τον κοίταξε με τα κίτρινα μάτια του κι αυτός τινάχτηκε μπροστά υψώνοντας το χέρι του. Το μίασμα άνοιξε το στόμα με τα μυτερά δόντια και άφησε ένα είδος ουρλιαχτού καθώς το ασημένιο κηροπήγιο το κτύπησε καταπρόσωπο. Το κτύπημα ήταν αδύναμο, αλλά το δέρμα του πλάσματος τσιτσίρισε σαν να το είχε ακουμπήσει πυρωμένο μέταλλο, κι αυτό πισωπάτησε γρυλίζοντας.

«Πού» σύριξε, «πού, ‘χχεις το άγα-λμ-μα;» με τις λέξεις να δυσκολεύονται να πάρουν υπόσταση στο στόμα με τα μυτερά δόντια.

Μιλάει!

Άρα και σκέφτεται, ακολούθησε πιο αργά ο συνειρμός.

Αργά, καθώς τα άλλα δύο πλάσματα τον κύκλωναν. Τίναξε το κηροπήγιο σε μια ανοικτή τροχιά γύρω του πετυχαίνοντας μόνο αέρα. Η Σάρα ούρλιαξε και νύχια μπήχτηκαν στα μπράτσα του καθώς τα πλάσματα τον άρπαξαν!

Αυτό με το μισοκαμμένο πρόσωπο τον πλησίασε με την βρόμα να τον πνίγει.

«Πεςςς» του ψιθύρισε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Τα κίτρινα μάτια του, δίχως ίριδα, σαν μάτια ερπετού.

Η Σάρα βόγκησε κι αυτός γύρισε το κεφάλι του, αγνοώντας τον πόνο στα μπράτσα του όπως έστριβε το σώμα του.

Το τέταρτο πλάσμα στεκόταν όρθιο στο μεγάλο κρεβάτι και κρατούσε από τα μαλλιά με το ένα χέρι μισοσηκωμένη τη Σάρα. Το άλλο του χέρι μόλις είχε ξεσχίσει τη νυχτικιά της χαράσσοντας το στήθος της.

Τρόμος τον πλημμύρισε. Το ασημένιο κηροπήγιο έπεσε στο έδαφος, δημιουργώντας μια μικρή αναστάτωση στα πλάσματα που τον κρατούσαν καθώς τινάχτηκαν για να μην το ακουμπήσουν με τα πόδια τους.

«Το άγ-λμα;» σφύριξε ο καμένος δίπλα του και το άλλο πλάσμα χάραξε τη Σάρα ξεσχίζοντας μάγουλο και χείλη.

«Δεν έ-χω» απάντησε με λυγμό «κάποιο άγαλμα! Μόνο μια αιγυπτιακή σαρκοφάγο»

Ξανά ο άλλος κτύπησε τη Σάρα, αυτή τη φορά καρφώνοντας τα νύχια του στην κοιλιά της. Το ματωμένο πρόσωπο βόγκηξε.

«Αφήστε την!» φώναξε κλαίγοντας «Αφήστε την!»

«Πεςςς, μου», ξανά στο αυτί του και άλλο κτύπημα στη Σάρα.

Ξανά και ξανά, μέχρι που το σώμα της έπαψε να σπαράζει και έμεινε κρεμασμένο από τα μαλλιά στα χέρια του τέρατος, σαν σπασμένη κατακόκκινη κούκλα.

Η Μαρί βίωσε την αγωνία και τον πόνο του πατέρα της καθώς τα πλάσματα τον ξεκοίλιαζαν και του δάγκωναν το πρόσωπο. Μέχρι που δεν άντεξε άλλο.

Άφησε το κατεστραμμένο κεφάλι και έτρεξε στο παράθυρο. Άνοιξε το πατζούρι και πήρε μια βαθιά ανάσα από καθαρό χειμωνιάτικο αέρα.

Ύστερα, ούρλιαξε! Με όλη τη δύναμη της ψυχής και του σώματός της.

*

Ψιλόβρεχε μετά τη Συναγωγή.
Η Μαρί κρεμόταν από το μπράτσο του θείου Ζακ εξαντλημένη. Δεν είχε καθόλου τη χθεσινή νύχτα.
Σε ελάχιστη ώρα η εβραϊκή κοινότητα του Μαραί είχε ανταποκριθεί και το αρχοντικό τους είχε πλημμυρίσει με κόσμο. Όταν κατέφθασε ο θειος Ζακ, ανέλαβε τα πάντα, ως ο μοναδικός εν ζωή άντρας της οικογένειας.
Τα κατακρεουργημένα πτώματα των υπηρετών στάλθηκαν γρήγορα στις οικογένειές τους καθώς πλησίαζε Σάββατο και η ταφή όλων έπρεπε να γίνει εκείνη την μέρα. Η γρήγορη έρευνα της παρισινής αστυνομίας δεν είχε καταλήξει πουθενά και ο θειος Ζακ είχε απαλλαγή γρήγορα από την παρουσία τους δίνοντας στον επικεφαλή ένα φουσκωμένο από ασήμι πουγκί.
Μέχρι τις δέκα το πρωί το σπίτι είχε μπει σε τάξη. Ο θειος Ζακ ανέλαβε την τιμητική θέση του σομέρ, ως φύλακας των νεκρών, όσο χρόνο η Αγία Αδελφότητα Χεβρά Κεντοσά καθάριζε τα σώματα, έκλεινε τις πληγές τους και τα τύλιγε με κατάλευκο ταχρίχ, σαβανώνοντας τα.
Η Μαρί, ντυμένη στα μαύρα, παρέμεινε δίπλα στον θείο της, απορώντας για τους πόσους άντρες είχε στη δούλεψή του, όσο αυτοί πηγαινοέρχονταν εκτελώντας τις διαταγές του. Κι όταν ήρθε η ώρα της κηδείας, νωρίς το απόγευμα, αυτή επέμενε να ακολουθήσει την νεκρική πομπή παρότι τα εβραϊκά έθιμα δεν επέτρεπαν σε γυναίκες να πλησιάσουν σε τάφο την στιγμή μιας κηδείας. Παρέμεινε στα είκοσι μέτρα μακριά, συνοδεία δυο αντρών του θείου της, μέχρι να ολοκληρωθεί η τελετή και οι άντρες να αποθέσουν από μια πέτρα πάνω στα μνήματα των γονιών της.
Κρίμα, το χριστιανικό έθιμο με τα λουλούδια είναι πιο όμορφο από τις πέτρες. Κι έχουμε τόσα όμορφα τριαντάφυλλα στον κήπο μας!
Στο γυρισμό ο θείος Ζακ επέμενε πως μετά τη Συναγωγή του Σαββάτου θα έπρεπε να τακτοποιηθούν όλες οι κληρονομικές υποχρεώσεις. Η Μαρί ήταν έξυπνη και μορφωμένη όσες λίγες παριζιάνες και ήταν η μοναδική κληρονόμος μιας τεράστιας περιουσίας! Και οι δύο μαζί θα μοιράζονταν και τη μεγάλη περιουσία της αδερφής του, της γιαγιάς της Εσθήρ, που η κληρονομιά της παρέμενε σε εκκρεμότητα ακόμη, λόγω αντιρρήσεων της μητέρας της.
Είχαν επιστρέψει σπίτι λίγο πριν τη δύση για το έθιμο κε’ρι’ά. Η Μαρί, σαν φάντασμα, παρέμεινε ντυμένη στα μαύρα, ξυπόλητη, όπως όριζε το έθιμο, να δέχεται εκατοντάδες συλληπτήρια από μακρινούς συγγενείς και γείτονες. Το πλουσιοπάροχο δείπνο για όλους που μοιράστηκε και έξω στο δρόμο, μάλλον ήταν μια κίνηση εντυπωσιασμού του θείου της, παρά εθιμική υποχρέωση.
Τη νύχτα κατέληξε στο δωμάτιό της που ήταν ανάστατο. Ξεσκισμένα βιβλία και ανακατωμένα ρούχα παντού. Κάποιοι κάτι έψαχναν, είχε πει ο αστυνόμος, αλλά μόνο σε αυτό το δωμάτιο! Η Μαρί είχε δώσει εντολή στους νέους υπηρέτες να μην πειράξουν τίποτα στο δωμάτιο της Εσθήρ. Σύρθηκε στο κρεβάτι της γιαγιάς της και βυθίστηκε σε έναν βαθύ ύπνο, πολύ αργά τη νύχτα.
Τρεις νύχτες παθιασμένου έρωτα, να ξεπληρώνονται με μια νύχτα πόνου!
Την ξύπνησε νωρίς ένας από τους τρεις οπλισμένους φρουρούς που είχε αφήσει ο Ζακ να την προστατεύουν. Το σώμα της πονούσε, και η ψυχή της περισσότερο. Δεν μπορούσε πια να κλάψει.
Κατέβηκε για πρωινό στο σπίτι της και αντίκρισε μόνο άγνωστα πρόσωπα. Ένας να φυλάει διακριτικά στη γωνία με το χέρι στην πιστόλα στη μέση του και άλλες δύο νεαρές, συνομήλικές της, υπηρέτριες να τινάζονται σαν ελατήρια με κάθε της βλέμμα.
Πουθενά τα αγαπημένα πρόσωπα!
Η Μαρί πήγε να συναντήσει τον θείο της, αφού έδωσε εντολή να μηνύσουν στον παραγιό του σιδερά της Βαστίλης, τον Πιέρ να έρθει με το σούρουπο σπίτι της.
«Θείε Ζακ» του είπε σιγανά κρεμασμένη στο μπράτσο του. «Να φροντίσεις άμεσα για την αγορά του σιδηρουργείου της νότιας Βαστίλης».
Αυτός σταμάτησε και την κοίταξε διαπεραστικά.
«Μαρί» είπε αναστενάζοντας «μπορεί να είσαι μια από τις πλουσιότερες νεαρές στο Παρίσι, αλλά δεν έχει νόημα να σκορπάς αλόγιστα χρήματα».
«Σήμερα είναι Σάββατο και αύριο Κυριακή» του αντιγύρισε το βλέμμα. «Είναι αργίες. Αλλά, Δευτέρα το πρωί θέλω τα συμβόλαια αγοράς στα χέρια μου τελειωμένα». Ο Ζακ τινάχτηκε σαν να τον είχε χαστουκίσει. «Δεν με νοιάζει το τίμημα. Όσο κι αν ζητήσει ο σιδεράς!»
Ξεκίνησαν να προχωράνε και η Μαρί συμπλήρωσε. «Δεν με νοιάζει για τους μπράβους σου, ας μείνουνε. Αλλά οι υπηρέτες θα φεύγουν κάθε βράδυ και θα επιστρέφουν με την αυγή»
Το βλέμμα του Ζακ σκοτείνιασε, αλλά τελικά είπε με προσεκτική άρθρωση, σαν να μετρούσε κάθε συλλαβή: «Σύμφωνοι. Σύμφωνοι σε όλα».
Μεσημέρι πια, κι αφού έφαγε, κλείστηκε στο δωμάτιο της γιαγιάς της δίνοντας, εντολή να μην την ενοχλήσουνε. Της πήρε δυο ώρες να τακτοποιήσει τα βιβλία, εξετάζοντας τις σκισμένες σελίδες που είχαν αρπάξει τα πλάσματα.
Ύστερα έβγαλε την παλιά τράπουλα Ταρώ της γιαγιάς της που ήταν κρυμμένη πίσω από ένα ράφι. Κάθισε ξυπόλητη στο πάτωμα, ντυμένη ακόμα στα μαύρα. Ανακάτεψε την τράπουλα της Μεγάλης Αρκάνα και άρχισε να ανοίγει τα φύλλα. Τα χέρια της κινούταν επιδέξια με τον τρόπο που είχε επιμείνει για χρόνια να την διδάσκει η γιαγιά της. Αυτή την φορά χρησιμοποιούσε την Ταρώ, δίχως να χαχανίζει, όπως έκανε μικρότερη!
Η πρώτη κάρτα ήταν η Μεγάλη Ιέρεια, η ασυνείδητη αρχέγονη δύναμη, που θα μπορούσε να ερμηνευτεί και ως μάγισσα, ριγμένη για το παρελθόν της. Η γιαγιά Εσθήρ!
Δίπλα της στοίχισε την κάρτα του Τρελού. Το παρόν της, το σημείο μηδέν.
Τέλος άνοιξε και την κάρτα, προσηλωμένη για το άμεσο μέλλον της.
Ο Θάνατος! Ο σκελετωμένος θάνατος.
Ποιανού ο θάνατος;
Ψύχραιμα, η Μαρί μάζεψε τα χαρτιά και ανακάτεψε την τράπουλα.
Συγκεντρώθηκε πάλι στο ίδιο ερώτημα: Μεγάλη Ιέρεια, Τρελός και Θάνατος.
Ξανάριξε τα χαρτιά και ξανά οι τρεις ίδιες φιγούρες με την ίδια σειρά! Ο νους προσπάθησε να υπολογίσει, με τα στοιχειώδη μαθηματικά που γνώριζε, τις πιθανότητες των τριών από τα εικοσιένα φύλλα της Μεγάλης Αρκάνα. Σχεδόν αδύνατες!
Η Μαρί ανακάτεψε τα χαρτιά με διαφορετικό τρόπο και ξεκίνησε να ρωτά για τα πλάσματα που τους επιτέθηκαν. Άνοιξε και πάλι τα χαρτιά της Ταρώ, τρεις φορές.
Η κάρτα του Θανάτου ανάστροφα ριγμένη.
Θάνατος δίχως λύτρωση! Ο Μάγος ανάστροφα για το παρόν τους και ο Διάβολος στο μέλλον τους. Τρεις φορές, και ξανά αυτές οι τρεις κάρτες, με τον ίδιο τρόπο και το ίδιο νόημα.
Όλο το απόγευμα η Μαρί το εξάντλησε θέτοντας ερωτήματα και παίρνοντας απαντήσεις.
Όταν νύχτωσε, και έφτασε ο Πιέρ, ήξερε πια τι έπρεπε να κάνει.
Έδιωξε υπηρέτες και υπηρέτριες και έδωσε εντολή στους τρεις φύλακες του θείου της να παραμείνουν ξάγρυπνοι και σε ετοιμότητα.
Στη συνέχεια οδήγησε τον Πιερ στο δωμάτιο με τα κουρδιστά μπιχλιμπίδια του πατέρα της κλειδώνοντας την πόρτα.
«Μαρί, είσαι κουρασμένη» της είπε ο νεαρός αγκαλιάζοντάς την. «Είναι τρομερά όλα αυτά που έζησες χθες. Πρέπει να ξεκουραστείς!»
Η Μαρί ξέφυγε από την αγκαλιά του. Παραδόξως, όσο ασχολούνταν με τη Ταρώ, ένιωθε να γεμίζει ενέργεια και τώρα πια αισθανόταν ακμαία σαν να είχε μόλις ξυπνήσει!
«Πιερ» του είπε χαμογελώντας «από Δευτέρα θα δουλεύεις για μένα».
«Μα, πώς…»
«Θα αγοράσω το σιδηρουργείο σου» τον διέκοψε. «Ξέρεις να φτιάχνεις λεπίδες;»
«Ε…ναι» κόμπιασε αυτός, «αλλά όχι σπουδαία πράγματα», κατέληξε.
«Να μάθεις και να γίνεις καλός!» τον πλησίασε και τον φίλησε στο στόμα. «Με νοιάζει να φτιάξεις ασημένιες λεπίδες» και φιλώντας τον άγρια, άρχισε να τον γδύνει.
«Ασημένιες λεπίδες;» απόρησε, αλλά τον ενδιαφέρον του απορρόφησε άμεσα η όμορφη νεαρή εβραιοπούλα.
Ενώθηκαν με πάθος, με τη Μαρί να γίνεται αχόρταγη και αχαλίνωτη, σαν ο τρόμος και ο πόνος να φούντωναν κάθε χορδή του πόθου της!
Κάποια στιγμή ηρέμησαν ξαπλωμένοι στο πάτωμα ανάμεσα σε βιβλιοθήκες με περίεργα κατασκευάσματα.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε, τελικά, ο Πιέρ, δείχνοντας ένα ασημένιο περίτεχνα σκαλισμένο αυγό στο δεύτερο ράφι της δίπλα τους.
Η Μαρί σηκώθηκε γυμνή, ξεκλείδωσε την βιβλιοθήκη, και κράτησε στα χέρια της το τεχνούργημα. «Είναι ένα μηχανικό μουσικό κοτσύφι» απάντησε κρατώντας το τρυφερά και άρχισε να περιστέφει το πάνω μέρος του κουρδίζοντάς το.
Ξέσπασε σε γέλια με το ύφος του Πιέρ όταν ένα μικρό χρυσό ράμφος ξεπρόβαλε από το πάνω μέρος του αυγού και άρχισε να τερτερίζει με το χαρακτηριστικό κελάηδισμα του κότσυφα.
Ένα γέλιο που, όμως, κόπηκε απότομα από τις κραυγές στην κεντρική σάλα.
«Έλα!» τον έπιασε από το χέρι η Μαρί.
«Τα ρούχα μας» διαμαρτυρήθηκε ο Πιέρ.
«Άστα!» τον διέταξε, πετώντας κάτω το ασημένιο αυγό, που συνέχιζε να κελαηδάειμε φωνή κοτσυφιού. Τον οδήγησε σε μια μεγάλη καταπακτή, κρυμμένη πίσω από το γραφείο του πατέρα της κι ο Πιέρ βιάστηκε να την ανοίξει. Κατέβηκαν τα παλιά πέτρινα σκαλιά σε ένα υπόγειο, υγρό, από τη βαριά υγρασία του θαμμένου βάλτου κάτω από τα θεμέλια της συνοικίας Μαραί.
Δύο φανάρια φώτιζαν ήδη το χώρο. Η Μαρί είχε κάνει από νωρίς τις προετοιμασίες της. Πνιγμένοι ήχοι πυροβολισμών ακούστηκαν από το ισόγειο, πάνω τους.
Αυτή, δεν έδωσε σημασία. Πλησίασε τον τοίχο στο βάθος, που ήταν κτισμένος από φθαρμένες τεράστιες πέτρες και σήκωσε αποφασιστικά την γροθιά της. Ο ασημένιος άγγελος έλαμψε και αυτή τον ακούμπησε στην αρχαία πέτρα.
Η πέτρα έτριξε και ο τοίχος άρχισε να χωρίζεται στα δύο.
Πίσω τους απλώθηκε η μπόχα.
«Μαρί» φώναξε ο Πιέρ, αλλά αυτή άπλωσε το χέρι μέσα στο σκοτάδι και χάιδεψε το παγωμένο μέταλλο που συνάντησε.
Έκλεισε τα μάτια και έδωσε την εντολή.
Ύστερα γύρισε. Στη σκάλα στριμώχνονταν, καμπουριάζοντας έξι, αυτή την φορά, πλάσματα.
Καταραμένοι πτωματοφάγοι, την πληροφόρησε ο, παρατηρητής, εαυτός της.
Η Μαρί έκανε ένα βήμα μπροστά και στάθηκε αγέρωχα.
Το πρώτο πλάσμα ξεχώρισε κατεβαίνοντας τα σκαλιά. Πίσω ακολούθησε ένα δεύτερο που κούτσαινε με μαύρο αίμα να τρέχει στη γάμπα του.
Ο πρώτος πλησίασε και το βλέμμα του στάθηκε για δυο στιγμές στο γυμνό σώμα της κοπέλας. Στο απαλό φως τα μικρά στήθη της έλαμπαν και οι ρόγες της ήταν σηκωμένες, σκοτεινές. Το κίτρινο βλέμμα του άστραψε με λαγνεία κάποιας παλιάς, χαμένης πια, ζωής. Μια μακριά γλώσσα έγλυψε τα μαύρα χείλη, τρέμοντας από ανίσχυρο πόθο.
«Πού ‘νναι;» ρώτησε προχωρώντας.
Η Μαρί έκανε ακόμη ένα βήμα ακούγοντας πίσω της τον Πιέρ να αφήνει ένα τρεμάμενο βογκητό φόβου. Κοίταξε κατάματα το κίτρινο βλέμμα του πλάσματος και το έγκαυμα στο αριστερό μάγουλό του. Η πληγή ήταν ανοιχτή, μαύρη, με φουσκάλες.
«Εδώ το έχω» απάντησε ψύχραιμα και όπως τα μάτια του τέρατος στράφηκαν ξανά στα στήθη της κινήθηκε μπροστά και το χαστούκισε με την ανάστροφη του χεριού της.
Το δακτυλίδι με τον ασημένιο άγγελο άστραψε, σε έκρηξη λευκού φωτός, και το πλάσμα ούρλιαξε.
Έπεσε στο έδαφος σφαδάζοντας, ενώ η μολυσμένη του σάρκα είχε καεί βαθιά μέχρι το κόκαλο.
Το δεύτερο πλάσμα γρύλισε σαν αγριόσκυλο και προχώρησε κουτσαίνοντας.
Ο Πιερ βρέθηκε δίπλα της, καλύπτοντάς την με τον ώμο του.
«Κάνε πλάι» τον διέταξε η Μαρί καθώς ο απαλός ήχος μετάλλου που τρίβεται σε μέταλλο ακούστηκε πίσω τους.
Από το σκοτεινό άνοιγμα του τοίχου ξεπρόβαλλε η μεταλλική μορφή ενός ανθρωπόμορφου πλάσματος με ύψος δυο μέτρα. Κινούταν με άνεση παρά το χοντροκομμένο, σχεδόν τετράγωνο σχήμα του με τα πόδια του να κινούνται σε κλειδώσεις από μεταλλικές πλάκες χαραγμένες με αποκρυφιστικά σύμβολα. Το κεφάλι του τεράστιο, διπλάσιο ενός κανονικού ανθρώπου δίχως μύτη και ένα μακρύ άνοιγμα για στόμα. Μόνο, τα μεγάλα διαμάντια που είχε για μάτια φώτιζαν με ένα απόκοσμο απαλό χρυσό φως.
Ήταν ολόκληρο καλυμμένο με ασήμι που έλαμπε θαμπά στο φως των φαναριών.
Το τέρας που πλησίαζε τους δυο νεαρούς πάγωσε, με το φόβο φανερό στα μάτια του.
Ο ασημένιος γίγαντας κινήθηκε με θαυμαστή ταχύτητα ποδοπατώντας, δίχως να χάσει την ισορροπία του, το πλάσμα που σπάραζε ακόμη στο πάτωμα του υπογείου. Η γροθιά του διαπέρασε, με μια κίνηση, το στήθος του δεύτερου πλάσματος! Τράβηξε το ασημένιο παχύ χέρι του από το στήθος που καίγονταν. Το πλάσμα κατάρρευσε με μια τεράστια τρύπα στη κέντρο του στήθους του.
Η μπόχα της καμένης σάπιας σάρκας κάλυψε το μικρό υπόγειο.
«Να μη γλιτώσει κανένα» διέταξε η Μαρί τραβώντας ένα σκουριασμένο στήριγμα δαυλού στον τοίχο. Η καταπακτή έκλεισε με θόρυβο παγιδεύοντας τα τέσσερα εναπομείναντα φοβισμένα πλάσματα.
Η συμπλοκή κράτησε λίγα δευτερόλεπτα και ο ασημένιος γίγαντας στάθηκε ακίνητος ανάμεσα σε κομματιασμένα μέλη που βρομοκοπούσαν και κάπνιζαν.
Η Μαρί πλησίασε και αγκάλιασε από πίσω με το κορμί της τον Πιέρ, πιέζοντας με δύναμη τα στήθη της στην ανάγλυφη από μυς πλάτη του. Εκείνος έβγαλε έναν αναστεναγμό ανακούφισης.
Και οι τρεις τους, τα δυο γυμνά παιδιά και το μεταλλικό κατασκεύασμα παρέμειναν ακίνητοι για αρκετά λεπτά στο υπόγειο.
Τέλος η Μαρί ξεκόλλησε το σώμα της από τον Πιέρ.
«Ώρα να συμμαζέψουμε, Πιέρ» και σήκωσε το δακτυλίδι της.
Ο ασημένιος γίγαντας σήκωσε μια αγκαλιά τα κομμάτια των πλασμάτων και κινήθηκε προς το άνοιγμα του τοίχου.
«Πίσω από αυτό το υπόγειο», πληροφόρησε τον Πιέρ η Μαρί, με το που χάθηκε ο γίγαντας στο σκοτάδι, «υπάρχει μια φυσική σήραγγα που οδηγεί σε ένα υπόγειο ρεύμα και καταλήγει σε καταβόθρα». Και συνέχισε «Πιέρ, πρέπει να εξαφανίσουμε και τα σώματα των φρουρών».
»Θα πούμε, σε όλους, πως τους έδιωξα, μετά από τους υπηρέτες, με το που ήρθες σπίτι μου».
«Μα θα βουίξουν οι κακές γλώσσες Μαρί!»
«Δεν με νοιάζει» του απάντησε και χώθηκε στην αγκαλιά του.
Ο Πιέρ την αγκάλιασε σφίγγοντάς την πάνω του και η Μαρί έκλαψε, επιτέλους, ελεύθερα.