Κράτησε σταθερή την ανάσα του  καθώς έτρεχε στα χιονισμένα απότομα βράχια. Το χιόνι ήταν παχύ και κάθε του βήμα βυθιζόταν μέχρι τη γάμπα, αφήνοντας ευκρινή ίχνη για τους διώκτες του. Η λευκή πανσέληνος κυριαρχούσε στον ουρανό της παγωμένης, ασυννέφιαστης νύχτας. Ο Πούλιος γέμιζε προσεκτικά τη δεύτερη πιστόλα του, με κινήσεις μηχανικές, δίχως να στρέφει το βλέμμα του από το τοπίο που ανοιγόταν μπροστά του. Θα μπορούσε να γεμίζει τα όπλα του με κλειστά μάτια, νύχτα καβάλα σε άλογο, δίχως να χάνει κόκκο μαύρης μπαρούτης.

Τέλειωσε το γέμισμα, κρατώντας σταθερό τον βηματισμό του που έμοιαζε περισσότερο με μικρά άλματα, παρά με τρέξιμο. Γνώριζε καλά το ορεινό τοπίο από μικρό παιδί. Ακόμη καλύτερα γνώριζε τον χειρισμό των όπλων του. Δεν υπήρχε γιος Σουλιώτη, σε αυτά τα άγρια βουνά της Ελλάδας, που δεν ξεκινούσε από νωρίς την πολεμική του εκπαίδευση και δε διδάσκονταν βασικές στρατιωτικές τεχνικές κλεφτοπολέμου. Οι τούρκοι μισθοφόροι που τον καταδίωκαν θα γνώριζαν πολύ σύντομα την αξία της εκπαίδευσης του!

Στέριωσε και τη δεύτερη πιστόλα στο σελάχι, τη δερμάτινη πολεμική ζώνη στη μέση του, και έδωσε ένα σάλτο πάνω από έναν μεγάλο βράχο στα δεξιά του. Έμεινε για δυο αναπνοές ακίνητος και συνέχισε μισοκρυμμένος πίσω από τα χιονισμένα βράχια, προς τα πίσω, με κατεύθυνση απ’ όπου είχε έρθει.
Προς τους διώκτες του.

Πέντε λεπτά πριν είχε ρίξει τρεις απ’ αυτούς, αιφνιδιάζοντάς τους.
Δύο τους, σίγουρα έπεσαν νεκροί. Είχε αδειάσει πρώτα το καριοφίλι του και αμέσως μετά τις δύο πιστόλες του. Κανένα βόλι του δεν είχε πάει χαμένο! Στη συνέχεια έφυγε τρέχοντας. Το καριοφίλι του, το παλιό αυτό μακρύκαννο μουσκέτο, αποφάσισε να το παρατήσει πίσω. Θα ‘ταν εμπόδιο στο τρέξιμο, καθώς θα ‘πρεπε να το κρατάει με το ένα του χέρι. Δεν τον πείραζε. Θα έβρισκε καλύτερους εξοπλισμούς από τα λάφυρα των νεκρών εχθρών του.

Ο νεαρός Σουλιώτης σταμάτησε, πίσω από τον κορμό μιας βελανιδιάς, παίρνοντας βαθιές αναπνοές για να ηρεμίσει την καρδία του. Αδημονούσε να τελειώσει με τους διώκτες του. Η νύχτα ήταν προχωρημένη και δεν έμεναν ούτε δυο ώρες για το ξημέρωμα.
Δεν σκόπευε να αποτύχει στην αποστολή του!

Ο Πούλιος Δράκος τρία χρόνια προετοιμαζόταν για αυτήν τη στιγμή. Αμέσως μετά την πρώτη του συμμετοχή σε μάχη το 1772. Δεκαπέντε χρονών, τότε, ο νεαρός σουλιώτης συμμετείχε ισότιμα στην πολεμική φάρα των Δράκων που ξεχύθηκαν σιωπηλά από τα απότομα βουνά του Σουλίου κατά της αλβανικής στρατιάς του φημισμένου Αγά του Μαργαριτίου, Σουλεϊμάν Τσαπάρη. Δεν είχε σημασία η ηλικία του Πούλιου, από τα επτά του είχε διδαχθεί τη χρήση των όπλων. Ήταν που δεν είχε πολεμήσει ακόμη και διακριθεί για την πολεμική του αρετή. Κανένας Σουλιώτης, ανεξάρτητα το πόσο σημαντική και να ‘ταν η φάρα του –και η οικογένεια των Δρακαίων ήταν μια από τις τρεις σημαντικότερες στο Σούλι-, κανένας, δεν είχε το δικαίωμα να συμμετάσχει στο «Γενικό Συνέδριο», το ανώτατο όργανο αποφάσεων του Τετραχωρίου, εάν δεν ήταν αρχηγός φατρίας ή δεν είχε διακριθεί για ανδραγαθίες.

Η πολεμική δεινότητα των Σουλιωτών, μπορούσε μόνο να συγκριθεί με αυτήν των αρχαίων Σπαρτιατών του Λεωνίδα, και όχι τυχαία. Πολεμιστές από τα γεννοφάσκια τους, να φωλιάζουν σαν αγρίμια σε απόκρημνα βουνά και η κύρια τέχνη που διδάσκονταν ήταν αυτή του πολέμου. Ακόμα και οι γυναίκες τους γνώριζαν από όπλα και μπορούσαν να υπερασπιστούν τους βράχους τους άγριες σαν λέαινες, όταν υπήρχε ανάγκη! Έτσι το να διακριθεί ο έφηβος Πούλιος ανάμεσα στους Σουλιώτες δεν αρκούσε απλά να σκοτώσει κάποιους εχθρούς, κι ας είχε η στρατιά του Αγά Σουλεϊμάν εννιά χιλιάδες άγριους αλβανούς, πολλοί από αυτούς έμπειροι στον πόλεμο!

Πριν τρία χρόνια ο Πούλιος Δράκος πολέμησε γενναία. Πολέμησε παράτολμα προτάσσοντας το στήθος του σε εχθρικά βόλια ορμώντας πάνω τους με μαχαίρι και σπαθί. Σχεδόν συμμετείχε στην σύλληψη του Αγά Σουλεϊμάν, σκοτώνοντας έναν από τους σωματοφύλακές του, ανοίγοντας τον δρόμο στον πατέρα του να συλλάβει τον αρχηγό της αλβανικής στρατιάς. Δυστυχώς, όμως, το Γενικό Συνέδριο δεν αναγνώρισε, τότε, την ανδρεία του. Οι ψίθυροι για τον μπάσταρδο γιο του Δήμου Δράκου σκέπαζαν κάθε λόγο αξίας του στη μάχη. Ο πατέρας του είχε οργιστεί τότε, και αφού αποχώρησε από τη συνέλευση έθεσε το ζήτημα του Πούλιου απευθείας στο «Κριτήριο της Πατρίδας», στην κυβέρνηση των σουλιωτών, που απαρτίζονταν από τους αρχηγούς των φατριών του Τετραχωρίου.

Ούτε κι εκεί πατέρας και γιος είχαν βρει το δίκιο τους. Το «Κριτήριο» επέλεξε μια διπλωματική στάση, δίχως να προσβάλλει φανερά την ονομαστή φάρα των Δράκων, αναγνωρίζοντας μεν τη συμβολή του Πούλιου στον πόλεμο κατά της αλβανικής στρατιάς, αλλά βάζοντας προτεραιότητα μεγαλύτερους από αυτό ηλικία νεαρούς σουλιώτες ανάβαλε για το μέλλον να εξετάσει το δικαίωμά του Πούλιου να συμμετέχει, με δικαίωμα λόγου, στο Γενικό Συνέδριο.

Το ίδιο εκείνο βράδυ, της αμφίσημης απόφασης του Κριτηρίου, ο πατέρας του τον οδήγησε στην κορυφή του φρουρίου της Κιάφας. Ήταν άνοιξη και η ατμόσφαιρα δεν ήταν τόσο παγωμένη. Κάθισαν στην άκρη του βράχου χαζεύοντας αμίλητοι στα σκοτεινά βουνά γύρω τους. Κάποια στιγμή του έδειξε την Πούλια στον ουρανό.
Το άστρο της Αυγής, του είχε πει. Αυτό φώτιζε λαμπερό στον ουρανό τη νύχτα που γεννήθηκες, και κόμπιασε για μια στιγμή. Γιε μου, μην αφήσεις χώρο στην ψυχή σου για το σκοτάδι.
Σιώπησε για λίγο και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα είχε συνεχίσει: Δεν μπορώ να μιλήσω για την μάνα σου, με δένουν τρομεροί όρκοι. Θα έρθει όμως η στιγμή, όταν είναι να κλείσεις τα δεκαοκτώ σου χρόνια, που η αλήθεια θα αποκαλυφθεί μπροστά σου!
Τότε, κατέληξε, δεν θα έχουν καθόλου σημασία οι άσχημες κουβέντες που έχεις ακούσει.
Όλα θα έχουν αλλάξει πια για σένα!
Πατέρας και γιος είχαν παραμείνει σιωπηλοί στο βράχο της Κιάφας, μέχρι την αυγή.

Από τότε ο Πούλιος αγωνιζόταν καθημερινά να αποδείξει την αξία του. Δεν του αρκούσε το καθημερινό γύμνασμα των αγοριών, δεν του αρκούσαν οι ώρες που μάθαιναν γράμματα. Συνέχιζε την εκπαίδευσή του ακόμη και τις νύχτες. Είχε καταλήξει να του αρκούν τέσσερις ώρες ύπνου την μέρα. Οι υπόλοιπες αναλώνονταν σε τρέξιμο σε απόμακρες κορυφές και φαράγγια, σκοποβολή, γυμναστική και εκπαίδευση σε αγχέμαχα όπλα. Κάθε μέρα και λίγο από κάθε νύχτα. Ο πατέρας του δεν του τσιγκουνευόταν βόλια και μπαρούτι.

Μα όσο ο Πούλιος μεγάλωνε και ανδρώνονταν, με τους μύες του να φουσκώνουν κάτω από το πουκάμισό του, τόσο δεν στέρευαν τα πειράγματα εναντίον του. Αφορμή ήταν τα κατάξανθα μαλλιά του που στο φως του ήλιου έλαμπαν, τα γαλανά μάτια του και το λευκό του δέρμα, ανάμεσα σε τόσους σκουρόδερμους μελαχρινούς Σουλιώτες. Χειρότερα ακόμη ήταν για το άτριχο στήθος του και το δίχως ίχνος από χνούδι πρόσωπό του!

Ο Πούλιος με το που έκλεισε τα δεκαεπτά ξύρισε εντελώς το κρανίο του, δεν άφησε ούτε μια τούφα για την πλεξίδα που συνήθισαν αλβανοί και σουλιώτες πολεμιστές! Δεν έφτασε όμως αυτό για να πάψουν τα χωρατά γύρω του. Καθώς πλησίαζε τα δεκαοκτώ και γίνονταν φανερό πως ήταν σπανός, πως δεν θα έβγαζε τρίχα στο πρόσωπο, ούτε ποτέ θα αποκτούσε το χαρακτηριστικό μουστάκι όλων των πολεμιστών, γέλια και τα χάνανα απλώνονταν πίσω από την πλάτη του. Το τελευταίο μάλιστα αστείο ανάμεσα στους νεαρούς σουλιώτες ήταν πως αν ο Πούλιος ξανάφηνε τα μαλλιά του και φορούσε γυναικεία ρούχα θα γίνονταν η πιο όμορφη σουλιώτισσα στο Τετραχώρι!
Πούλια, είχαν αλλάξει, με τη θηλυκή ονομασία του αστεριού, το όνομά του οι πιο κακεντρεχείς, από τις λιγότερες σημαντικές φάρες. Πούλια Δράκου!

Ο νεαρός έσφιξε τα δόντια του καθώς ο πνιχτός ήχος από οπλές πάνω στις χιονισμένες πέτρες πλησίαζε. Τράβηξε τις δύο πιστόλες και τις όπλισε. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί από την οργή.

Όχι ακριβώς για τους εχθρούς του, αλλά δεν είχε σημασία.
Καθώς ο ιππέας Σπαχής άρχοντας-ιππότης και οι άλλοι τρεις του σωματοφύλακες πλησίασαν, ακολουθώντας τα ίχνη του ο Πούλιος τινάχθηκε όρθιος αφήνοντας μια λυσσαλέα κραυγή. Η βουβή οργή του είχε μετατραπεί σε μένος μάχης.
Δίπλα στο δέντρο, όρθιος στον βράχο, στο ύψος του προσώπου του ιππέα, πυροβόλησε.
Το βόλι διαπέρασε τον κρόταφο του Σπαχή, λίγο πίσω από το δεξί του φρύδι. Ένα απαλό aχ!, ξέφευγε από τα χείλη του ιππέα.

Η δεύτερη βολή βρήκε στην κορυφή της μύτης, σχεδόν ανάμεσα στα μάτια, τον τελευταίο τούρκο μισθοφόρο που προχωρούσε προσεκτικά τρία μέτρα πίσω από το άλογο. Ο χόνδρος της μύτης άνοιξε στα δύο και σαν ώριμο φρούτο που πέφτει με δύναμη στο έδαφος πιτσίλισε με αίματα μάγουλα και μάτια. Ο στρατιώτης, ουρλιάζοντας, έπεσε μπρούμυτα στο χιονισμένο έδαφος.

Ο Πούλιος συνεχίζοντας την πολεμική κραυγή του τινάχθηκε με άλμα, αφήνοντας τις άδειες πιστόλες να πέσουν στο χιόνι. Μέχρι να προσγειωθεί, η κυρτή του σπάθα είχε ξεγυμνωθεί και διέγραφε, ήδη, καμπύλη τροχιά προς τον δεύτερο στη σειρά μισθοφόρο. Αυτός μόλις είχε στραφεί, αιφνιδιασμένος.

Ίσα που πρόλαβε να σηκώσει το δεξί του χέρι, ως άμυνα πάνω από το κεφάλι του. Δεν αρκούσε! Η λεπίδα του σουλιώτη κατέβηκε με ορμή κόβοντας στα δύο τον βραχίονα του τούρκου και καρφώθηκε, σπάζοντας την κλείδα του ώμου, βαθιά στο στήθος του, τινάζοντας πίδακες αίμα.  Το τραυματικό σοκ ήταν τόσο ισχυρό που ο ετοιμοθάνατος τούρκος λιποθύμησε, μένοντας καρφωμένος στη σπάθα του Πούλιου.

Ο Σουλιώτης άφησε το όπλο να παρασυρθεί στο έδαφος απ’ το σώμα του εχθρού που κατέρρεε. Τράβηξε την κυρτή του μάχαιρα και κινήθηκε προς τον τελευταίο αντίπαλο. Εκείνος τράβηξε την πιστόλα του και πυροβόλησε βιαστικά. Το βόλι κατέκαψε το πρόσωπο του Πούλιου θρυμματίζοντας το αριστερό ζυγωματικό του. Στιγμιαία ο Σουλιώτης σταμάτησε κοιτώντας με θολό βλέμμα το πρόσωπο του εχθρού του. Το κρανίο ήταν ξυρισμένο με τον τρόπο των αλβανών πολεμιστών με μια λεπτή κοτσίδα να πέφτει στον αριστερό του ώμο. Ένα χαμόγελο εμφανίστηκε κάτω από τα μακριά μουστάκια του βετεράνου πολεμιστή. Ο Πούλιος δεν το άφησε να ανθίσει. Με ένα γρήγορο βήμα μπροστά, τίναξε το χέρι του και η λεπίδα του μαχαιριού έκοψε την καρωτίδα του αλβανού. Το χαμόγελο πάγωσε και για δυο δευτερόλεπτα έμεινε όρθιος να αιμορραγεί βαριά με ένα βλέμμα απορίας παγωμένο στο πρόσωπό του.

Ο Πούλιος δεν περίμενε πότε θα πέσει ο εχθρός του και στράφηκε προς τα πίσω.
Το άλογο είχε πλησιάσει, κοιτώντας τον με τα μεγάλα καστανά μάτια του. Δεν έμοιαζε να έχει αναστατωθεί από τη συμπλοκή, μάλλον λόγω πολεμικής του εκπαίδευσης. Στη ράχη του παρέμενε καθισμένος ο ιππέας Σπαχής. Ένα λεπτό ρυάκι αίμα, που ξεκινούσε από την τρύπα στο κρόταφο, συνέχιζε στο δεξί του μάγουλο και μούσκευε τα μουστάκια και το στόμα του.

Παραδόξως, με ένα βόλι καρφωμένο βαθιά στο κεφάλι του, το βλέμμα του ιππέα διατηρούσε ακόμη τη σπίθα της ζωής. Τα χέρια του παρέμεναν χαλαρά στην κορυφή της σέλας, κρατώντας τα χαλινάρια, παράλυτα, με τα δάκτυλα μόνο να τινάζονται με μικρούς σπασμούς.
Ο Πούλιος έβγαλε ένα βαμβακερό πανί από τη ζώνη του και πίεσε το τραύμα στο μάγουλό του καλύπτοντας και το αριστερό του μάτι. Αδιαφόρησε για το αίμα που το πότισε αμέσως. Παρατήρησε το πρόσωπο του εχθρού του. Ήταν νεανικό και όμορφο, στη δικιά του, ίσως, ηλικία. Η γαμψή του μύτη και η χρυσή καρφίτσα με το λύκο στο στήθος που συγκρατούσε τον βαρύ μανδύα του, μαρτυρούσαν πως ο νεαρός ιππότης ήταν ο πρωτότοκος γιος του τούρκου άρχοντα της Παραμυθιάς Μαχμούτ Πράνου. Τις τελευταίες δεκαετίες η Υψηλή Πύλη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είχε αποφασίσει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των αυτόνομων σουλιωτών, που όχι μόνο εξουσίαζαν τα γύρω ελληνικά χωριά, αλλά υποχρέωναν με φόρο υποτέλειας μέχρι και τούρκους αγάδες, με μαζικές μετατοπίσεις μουσουλμανικών πληθυσμών στην περιοχή, ώστε να αλλοιωθεί το χριστιανικό στοιχείο και να  αποδυναμωθεί η εξουσία των Σουλιωτών. Ο Μαχμούτ Πράνος, φίλος του Κούρτ Πασά, ήταν ένας από αυτούς τους τουρκαλβανούς νέο-άρχοντες που απόκτησε εύκολα μεγάλες εύφορες εκτάσεις βόρεια του Αχέροντα ποταμού, καταδυναστεύοντας όλα τα ελληνικά χωριά της περιοχής του. Ο γιος ήταν αυτός που αντίκριζε ο Πούλιος, και προσπαθούσε να του μιλήσει με άναρθρους ψιθύρους. Δεν καταλάβαινε τι ήθελε να του πει. Τελικά το αρχοντόπουλο έγειρε στη σέλα και μετά κύλισε προς το πλάι. Ήταν νεκρός πριν το σώμα του πέσει στο έδαφος.
Ο Πούλιος συμμάζεψε, όπως-όπως την πληγή του και την έδεσε σφικτά φασκιώνοντας το μισό κεφάλι και το αριστερό του μάτι. Δεν ήταν σίγουρος εάν είχε πάθει ζημιά. Μόνο όταν θα επέστρεφε στο Σούλι θα μπορούσε να το φροντίσει. Απόδιωξε με τη θέλησή του, τον έντονο πόνο, αφήνοντάς τον σε μια άκρη της συνείδησής του.
Πρώτα πήρε τη χρυσή καρφίτσα του λύκου, ως τρόπαιο και απόδειξη του κατορθώματός του. Μετά το καλό τουφέκι και τις δύο ασημένιες πιστόλες του ιππέα.  Τέλος περιμάζεψε και τις δικές του πιστόλες και τις γέμισε, μια-μια, όλες. Τοποθέτησε τις δύο στη μέση, στο σελάχι του, και τις ασημένιες στις ειδικές θήκες στην πολεμική σέλα του σπαχή. Η καφετιά φοράδα δεν έδειχνε να ενοχλείται και ο Πούλιος την καβάλησε.
Αυτή ξεκίνησε να κινείται, προσέχοντας στα πρώτα της βήμα μη και πατήσει κάποιο από τα πεσμένα σώματα.

*

Ο Πούλιος είχε προλάβει να φτάσει στην πηγή μισή ώρα πριν το ξημέρωμα. Το τραύμα του άρχιζε να παγώνει και ο πόνος στο αριστερό μισό του κεφαλιού του ήταν αφόρητος. Δεν τολμούσε όμως να ξεσκεπάσει την πληγή του. Φοβόταν για το μάτι του, και δεν ήταν καλός στο να φροντίζει τραύματα.
Ζαλιζόταν και κάθισε στις πέτρες δίπλα από το ήρεμο νερό. Πίσω του η φοράδα χλιμίντρισε απαλά και σαν να κατάλαβε πως έκαναν στάση έσκυψε το κεφάλι ψάχνοντας να κορφολογήσει κάποιο χορταράκι ανάμεσα στις πέτρες. Εδώ το χιόνι ήταν ελάχιστο. Ο ψηλός βράχος πάνω από την πηγή με τα πουρνάρια που κρέμονταν εμπόδιζαν τη χιονόπτωση να φτάσει μέχρι τη πηγή.
Ο Πούλιος κοίταξε, με το ένα του μάτι, το σκοτεινό νερό μπροστά του. Μια μικρή λιμνούλα απλωνόταν σχεδόν κυκλική, με έξι μέτρα διάμετρο. Η επιφάνειά της ήταν ήρεμη, αδιατάρακτη σαν μαύρο γυαλί, και μόνο απέναντι στη ρίζα του βράχου που το κρυστάλλινο νερό ανέβλυζε από τα σπλάχνα του βουνού, υπήρχε μια απαλή καμπύλωση που παλλόταν, δίχως, όμως, να δημιουργεί κυματισμό.

Μια από τις πηγές του Αχέροντα, του ποταμού της θλίψης και των νεκρών ψυχών. Του ποταμού που σύμφωνα με την πίστη των αρχαίων ελλήνων είχε διττή υπόσταση. Αυτή την υλική που έρεε μέχρι τη θάλασσα του Ιονίου, και την άλλη, την υπερφυσική, όπου κυλούσε μέσα στα έγκατα του Άδη, το βασίλειο του κάτω κόσμου, σύνορο για τις ψυχές των νεκρών που συνέρεαν για να κριθούν για τις αμαρτίες τους στον πάνω κόσμο. Οι αρχαίοι, έλεγαν, πως ο θεός Χάροντας πλησίαζε με τη βάρκα του στα μαύρα νερά του ποταμού και οδηγούσε τις ψυχές των νεκρών πέρα από τον Αχέροντα στις τρομερές Πύλες του Άδη.

Ο νεαρός σουλιώτης είχε εξερευνήσει τα ερείπια του αρχαίου Νεκρομαντείου, λίγα χιλιόμετρα μακρύτερα, δίχως να ανακαλύψει κάτι το ιδιαίτερο. Πέτρες και χορτάρια μόνο. Τίποτα το υπερφυσικό. Αλλά η πηγή αυτή, για την οποία τον είχε ορκίσει ο πατέρας του να περιμένει σήμερα τον ήλιο να ανατείλει, είχε κάτι το ιδιαίτερο. Σκοτεινή, ακόμα και το ηλιόλουστο καλοκαίρι, με τα νερά της τόσο παγωμένα που μούδιαζαν τα χείλη σου όταν έπινες από το νερό της. Βαθιά, πολύ βαθιά, δίχως κανείς ντόπιος να έχει ανακαλύψει τον πυθμένα της. Σαν να χανόταν μέσα στο βουνό, από το οποίο πήγαζε.
Στη βόρεια άκρη της το νερό γλιστρούσε θα έλεγε κανείς, αθόρυβα στην πέτρινη πλαγιά, με ένα αδιόρατο κελάρυσμα, και κυλούσε στην πεδιάδα και ενωνόταν με τα νερά των κύριων πηγών του Αχέροντα. Η Πηγή με το Αμίλητο Νερό, ονόμαζαν οι νεαρές σουλιώτισσες την λιμνούλα, και κάθε καλοκαίρι, στο πανηγύρι του Αι Γιαννιού, έτρεχαν να το μεταφέρουν σιωπηλές με πήλινα λαγήνια.

Εκείνη την ώρα, ένα φωτεινό λευκό άστρο, καθρεφτιζόταν στην ολόμαυρη επιφάνεια του νερού. Πέρασαν αρκετά λεπτά μέχρι ο Πούλιος να το παρατηρήσει. Μια ελαφρά ζαλάδα, διάσειση, ίσως, από το τραύμα στο κεφάλι, είχε αμβλύνει τις αισθήσεις του.
Σηκώθηκε απότομα, ανήσυχος.
Δεν ήταν ώρα, ούτε να κοιμηθεί, ούτε, βέβαια, να λιποθυμήσει. Η φοράδα, πίσω του χρεμέτισε απορημένα. Η αδρεναλίνη κύλισε ξανά εντείνοντας την αίσθηση του πόνου.
Αυτή τη φορά ο Πούλιος καλοδέχθηκε τον πόνο! Έπρεπε να μείνει ξύπνιος μέχρι την αυγή.

Γιέ μου, άκουσε έναν ψίθυρο στον αέρα, που ξαφνικά έμοιαζε να παγώνει απότομα.
Ξεφύσησε, ξαφνιασμένος, την ανάσα του που πάγωσε σε ένα λευκό συννεφάκι!

Το βλέμμα του θόλωσε και μια φασματική μορφή φάνηκε στο βάθος της επιφάνειας της λίμνης. Ο Πούλιος δεν ήταν βέβαιος εάν έφταιγε η όρασή του, ή η γυναικεία μορφή υλοποιούταν σταδιακά, σαν ξωτικιά που αιωρούταν πάνω από το νερό.

Η ανάσα του κόπηκε.
Η καρδιά του βροντοχτύπησε, άκουσε τον κτύπο της στα μηνίγγια του. Μια υπέροχη λευκόδερμη γυναίκα στεκόταν στα πέντε μέτρα μακριά του! Το δέρμα της ήταν τόσο αφύσικα λευκό που έμοιαζε με παγωμένο γυαλί, και ήταν ολόγυμνη!

Όχι πως ο νεαρός σουλιώτης δεν είχε ματαδεί γυμνή κοπέλα, αλλά η απόκοσμη ομορφιά που αντίκριζε, τον είχε συγκλονίσει.  Ρούφηξε απότομα αέρα, σαν να πνιγόταν. Τα στήθη της γυναίκας ήταν στητά, σαν κορασίδας, με τις θηλές και τις ρόγες κατακόκκινες, στο απαλό λευκό φως που φώτιζε πια την πηγή. Καμία τρίχα στο εφηβαίο της, διαπίστωσε ο Πούλιος, καθώς αυτή βημάτισε επάνω στο νερό με τα ακροδάχτυλά της, δημιουργώντας μικρούς ομοκέντρους κυματισμούς.

Γιέ μου, ξανάκουσε ο σουλιώτης και επιτέλους τράβηξε το βλέμμα του από τους μακριούς λευκούς μηρούς. Το πρόσωπό της λευκό με χείλη κατακόκκινα και μάτια κατάμαυρα, να τονίζουν την αυστηρή γραμμή της μύτης της. Μάτια τόσο σκοτεινά, που τρόμαξε!

Τα μαλλιά της μακριά και ασημένια, με ένα λευκό εσωτερικό φως, κυμάτιζαν γύρω από το πρόσωπό της σαν να είχαν δική τους ζωή! Και όπως το πλάσμα πλησίαζε τον Πούλιο άπλωσε μπροστά τα χέρια της. Έλα κοντά μου, του είπε δίχως να ανοίξει τα κόκκινα χείλη.

Αυτό είναι το μυστικό του πατέρα μου; απόρησε ένα κομμάτι του εαυτού του οργισμένο, ενώ ένα άλλο, ένοιωθε ένα βαθύ ρεύμα λύτρωσης να διαπερνάει την ψυχή του.
Σήκωσε τα χέρια του και πάτησε μέσα στη λίμνη. Δεν βούλιαξε!

Τα ακροδάχτυλά του ακούμπησαν τα χέρια του πλάσματος που παραδόξως έκαιγαν από μια εσωτερική φωτιά. Βημάτισε ακόμη ένα βήμα πάνω από το νερό πλησιάζοντας. Αυτή τον τράβηξε πάνω της, ήταν ψηλή, και ένοιωσε τα στήθη της να τον καίνε, ακόμη και κάτω από τον παχύ ρουχισμό.
Είσαι το άστρο μου, του ψιθύρισαν τα κατάμαυρα μάτια και τον τράβηξε μέσα στο νερό.
Το παγωμένο σοκ συγκλόνισε το σώμα του! Το δέρμα του πονούσε από το κρύο, σαν να καιγόταν.
Βυθίστηκαν κι άλλο.
Το σκοτεινό νερό γύρω τους φωτιζόταν με μια αδιόρατη λάμψη.
Τα κατακόκκινα χείλη τον φίλησαν.
Το κρύο εξαφανίστηκε μονομιάς και ο Πούλιος ανάπνευσε ελεύθερα μέσα στο σκοτεινό νερό.

Βυθίστηκαν κι άλλο, κι άλλο.

Πάει, πέθανα και μόλις έκλεινα τα δεκαοκτώ μου! Πέθανα την ίδια μέρα που αφαίρεσα τη ζωή του αρχοντόπουλου που ούτε το όνομά του δεν γνώριζα. Το όμορφο πρόσωπο του σπαχή με το ρυάκι αίματος να κυλάει από τον κρόταφο εμφανίστηκε μπροστά του.
Βυθίστηκαν κι άλλο, κολλημένοι μεταξύ τους. Το παγωμένο νερό χάιδευε σαν καλοκαιρινή αύρα το δέρμα του.
Και ξαφνικά υψώθηκαν! Σαν το τέλος του βυθού να ήταν μια άλλη επιφάνεια! Τινάχθηκαν προς τα πάνω με ασημένιες σταγόνες νερού να λαμπυρίζουν γύρω τους. Ο ήλιος, λευκός, σηκώνονταν από τον βορρά, σε ένα τοπίο πεδινό με απλούς κυματιστούς λόφους, σπαρμένους με πολύχρωμα φυτά.

Έλα, τον τράβηξε απλά, σχεδόν τρυφερά, το πλάσμα και περπάτησαν πάνω από τα ασημένιο νερό της λιμνούλας.
Η ακτή ήταν γεμάτη με λευκά και γαλάζια βότσαλα. Μεγάλα σαν παλάμες μικρών παιδιών. Στρογγυλά και ελλειπτικά με τέλειες καμπυλώσεις, δίχως παραφωνίες στο σχήμα τους.

Εί-σαι, η μά-να μου; τραύλισε ο Πούλιος με το που πάτησαν στην ακτή.
Αυτή γέλασε, με ένα γέλιο βαθύ, σπηλαιώδη και κοριτσίστικο συνάμα. Χαρωπό, ίσως;
Κάθισε!, τον διέταξε.

Αυτός υπάκουσε και όπως έσκυψε, τα στήθη της πέρασαν μερικά εκατοστά μακριά του, γεμίζοντας το περιορισμένο οπτικό του πεδίο. Ξεροκάταπιε ένα ανύπαρκτο σάλιο.
Αυτή παρέμεινε όρθια, ακίνητη με την άτριχη ήβη της να στέκεται μπροστά στο πρόσωπό του. Ανάμεσα σε κείνα τα λευκά χείλη γυάλιζε μια σταγόνα υγρασίας. Από το νερό, σκέφτηκε, αν και δεν φαινόταν σταγόνα νερού, πουθενά αλλού, στην κοιλιά και τους μηρούς της!
Αργά η λεκάνη της κατέβηκε και η αναπνοή του σταμάτησε, πάλι. Ο Πούλιος συγκέντρωσε το βλέμμα του στα μάτια της. Μόνο στα μάτια της, που του έδιναν την εντύπωση με μάτια αιλουροειδούς που παραμονεύουν το θήραμά τους. Το βλέμμα της ήταν ερευνητικό, σαν να έψαχνε κάτι πάνω του, να το αξιολογούσε, όπως ένας έμπορος ζώων παρατηρεί ένα νεαρό πουλάρι.

Αγνόησε το χαμόγελό της.
«Είσαι η μάνα μου;» την ξαναρώτησε.
Εκείνη παρέμεινε σιωπηλή, κοντά του, σχεδόν ακουμπώντας τον.
Ο Πούλιος έστρεψε το βλέμμα του βόρεια, εκεί που ο μεγάλος ήλιος δεν έλεγε να ανατείλει ακόμη και παρέμενε ακίνητος στον ορίζοντα, με το κάτω μέρος του να αγγίζει την απαλή καμπύλη του ορίζοντα, αυτού του παράξενου τόπου.
«Ο χρόνος εδώ, δεν κυλάει, έτσι όπως το έχετε μάθει εκεί στη γη» του απάντησε εκείνη. Και όπως ξανακοίταξε  τα μάτια της, μικρές λευκές σπίθες άστραψαν στο μαύρο των ματιών της.
»Μοιάζει σταματημένος. Και ο κόσμος μας είναι σταθερός, αναλλοίωτος».
Το χαμόγελό της άλλαξε σε ένα πικραμένο μειδίαμα. «Είναι ένας κόσμος θαυμαστής δύναμης και ισχύος, τέτοιας που δεν μπορείς να φανταστείς. Ούτε και μπορείς να δεις, πραγματικά, τον κόσμο μας με τις περιορισμένες, θνητές αισθήσεις σου!»
»Αλλά…» και άπλωσε το δεξί της χέρι στο πηγμένο από αίμα πρόχειρο επίδεσμο στο κεφάλι του «όση μεγάλη κι αν είναι η δύναμή μας, δεν μπορούμε να τον αλλάξουμε. Θα έλεγε κάποιος πως είμαστε φυλακισμένοι μέσα σε αυτόν τον αναλλοίωτο κόσμο, με τον χρόνο να κυλάει αργά, πολύ αργά, βαρετά θα έλεγα!» κατέληξε.
Ξεκίνησε να ξετυλίγει τον επίδεσμο από το πρόσωπό του και με τα δυο της χέρια. Ο Πούλιος συνειδητοποίησε πως ο πόνος της πληγής του είχε μαλακώσει. Είχε γίνει μια απαλή ηχώ, μάλλον, από τότε που είχαν βουτήξει στην παγωμένη πηγή με το Αμίλητο Νερό.
«Εσείς οι άνθρωποι» συνέχισε αυτή, «είστε θνητοί, με ελάχιστα χρόνια ζωής, κάθε φορά, και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που έχετε λάβει μέσα στη δημιουργία!» Το ματωμένο πανί έπεσε στα βότσαλα της ακτής.
Ο Πούλιος βεβαιώθηκε πως δεν έβλεπε πια από το αριστερό του μάτι! Το βόλι θα το είχε καταστρέψει! Εκείνη του χάιδεψε την πληγή, δεν αισθάνθηκε καθόλου πόνο. Στιγμιαία, τα μαύρα μάτια της σκοτείνιασαν, ξαφνικά, μαζεύοντας το σκοτάδι, σαν σύννεφα καταιγίδας.
«Είστε τόσο απορροφημένοι από την μικρότητά σας» συνέχισε με οργισμένη φωνή, «εγκλωβισμένοι από τον φόβο σας για την ώρα του θανάτου σας, που δεν αντιλαμβάνεστε το μεγαλειώδες δώρο που η προοπτική του θανάτου σας προσφέρει!»

Ανασηκώθηκε σκύβοντας προς το κεφάλι του και ο Πούλιος δεν είχε που να στρέψει το μάτι του πέρα από τα ξωτικά της κάλλη.
»Ελευθερία, μικρέ!» και ακούμπησε τα χείλη της στην πληγή του. «Ελευθερία!» Τα λευκά της στήθη είχαν πλησιάσει πολύ κοντά στο πρόσωπό του. Μια λευκόχρυση αναλαμπή τα στεφάνωνε από το φως του ήλιου, που δεν θα ανέτειλε ποτέ.

Αυτή, άρχισε να γλύφει απλά την πληγή του. «Και μοναδική δύναμη, μέσα από την αδυναμία σας, για να αλλάζετε τους κόσμους της δημιουργίας!» Η γλώσσα της κινούταν κοφτά και αργά ταυτόχρονα. Σαν ζώο που γλύφει τις πληγές του, σαν ερωμένη που τον προσκαλούσε. Αργά και πιο αργά η γλώσσα συνέχισε καυτή στο πρόσωπό του. Τα στήθη της μπροστά του, μέσα στην ανάσα του!
Ο Πούλιος έκλεισε τα μάτια του σε αυτό το μαρτύριο και έχωσε το χέρι του μέσα στα ρούχα του. Έσφιξε τον μικρό ξύλινο σταυρό στον λαιμό του. Παναγία μου, βοήθησέ με, προσευχήθηκε σιωπηλά.

«Μου αντιστέκεσαι;» του ψιθύρισε συνεχίζοντας να γλύφει το πρόσωπό του. Αυτός παρέμεινε αμίλητος. Η φωνή της είχε χάσει τον οργισμένο της τόνο και έδειχνε να απορεί. «Μου αντιστέκεσαι;» ξαναρώτησε με ένα παιχνιδιάρικο τόνο και τα χείλη της πλησίασαν στο αυτί του. Η ρόγα της, σκληρή ακούμπησε στα χείλη του, φλογίζοντάς τα. Ο Πούλιος παρέμεινε ακίνητος, παγωμένος μέσα του, ατσαλώνοντας τη θέλησή του. Μια γλυκιά φαγούρα είχε απλωθεί στο πληγωμένο του πρόσωπο.

«Μου αντιστέκεσαι» κατέληξε ο ψίθυρος δίπλα από τ’ αυτί του. «Και ο πρόγονός σου, ο επαναστάτης Πούλιος Δράκος, μου αντιστάθηκε, πριν δυο δικούς αιώνες» τα χείλη της χάιδεψαν το αυτί του, «αλλά όχι για πολύ!» Η ρόγα της απαιτούσε να μπει μέσα στα χείλη του, ήταν αναπόφευκτο!
Αυτός τράβηξε λίγο πίσω το κεφάλι του και ψιθύρισε, κρατώντας ακόμη τον σταυρό του «Άγιε Δονάτε, συ  που νίκησες τον μέγα όφι, δώσε μου δύναμη!» επικαλούμενος τον άγιο των σουλιωτών.
Η παγωνιά τον κτύπησε απότομα, σα να βουτούσε ξανά στη μαύρη λίμνη. «Δεν ξέρεις ποιον επικαλείσαι!» ακούστηκε η φωνή της ψυχρή, σαν μέταλλο μπροστά του.

Ο Πούλιος άνοιξε το μάτι του.
Αυτή καθόταν και πάλι δίπλα του με το πρόσωπό της να λαμποκοπάει χρυσάφι. Όχι το χρυσό που αστράφτει στον ήλιο, αλλά αυτό το βαθύ που χρυσίζει στο σκοτάδι κάτω από το φως των κεριών. Ο αέρας έμοιαζε να πάλλεται γύρω τους, σα να θερμαινόταν από κάποιο αόρατο καμίνι. Παρόλα αυτά η παγωνιά τους κύκλωνε. «Δεν ξέρεις, μικρέ, ποιος ήταν ο Δονάτος!» συνέχισαν με βουβή οργή τα βαθυκόκκινα χείλη της.

Παρέμειναν σιωπηλοί να αναμετριόνται με το βλέμμα τους. Ο Πούλιος αισθανόταν τη βουβή βεβαιότητα, εκείνη την οικεία εγρήγορση, πριν από κάθε συμπλοκή. Τα μάτια της νύμφης ήταν σκοτεινά, πολύ πιο σκοτεινά. Μάτια κυνηγού που απαιτούσαν απ’ το θήραμα να γυρίσει τρομαγμένο την πλάτη και να φύγει τρέχοντας. Ο νεαρός σουλιώτης, παρέμεινε ακλόνητος, δεν υποτάχθηκε στην τρομερή θέλησή της.
Σαν σύννεφο που φεύγει, το φως και η ζεστασιά επέστρεψαν στην ατμόσφαιρα.
Το δέρμα της είχε γίνει και πάλι λευκό και η ματιά της απαλή, σαν μιας μικρής κοπέλας. Ο Πούλιος τράβηξε το χέρι του από τον σταυρό.
«Ο πρόγονός σου, είχε μόλις ηττηθεί από τον τουρκικό στρατό και είχε φτάσει βαριά πληγωμένος στην πηγή μου» του είπε άτονα, σαν να μιλούσε για κάποιο απλό θέμα.
«Είχε ακολουθήσει τον ξεσηκωμό του Σκυλοφιλόσοφου, εκείνου του μεγαλο-παπά της θρησκείας» συμπλήρωσε με έναν μορφασμό αηδίας. «Ο Πούλιος είχε ελευθερώσει μια μεγάλη σας πόλη και είχε φέρει αναταραχή στην γύρω περιοχή». Την Άρτα, είχε ελευθερώσει και βάδιζε και για τα Γιάννενα την πρωτεύουσα της Ηπείρου, συμπλήρωσε την ιστορία του προγόνου του, σιωπηλά, ο Πούλιος.
«Ήταν γενναίος» συμπλήρωσε αυτή, «μα και ανόητος, όπως όλοι οι θνητοί!» Για μια στιγμή το βλέμμα της μαλάκωσε παρασυρμένο από αναμνήσεις. Τον αγάπησε, άραγε, αναρωτήθηκε ο σουλιώτης.
»Τον έφερα εδώ για να τον θεραπεύσω. Με μόνο αντάλλαγμα να γίνει εραστής μου. Στην αρχή μου αντιστάθηκε, με εκείνο το χαρακτηριστικό πείσμα που διακρίνει κάποιους θνητούς. Είχα καιρό να ανακατευθώ με τον κόσμο σας, πολλά δικά σας χρόνια».
«Ποια είσαι;» την ρώτησε ο Πούλιος.
Αυτή σαν να ξαφνιάστηκε πως έβρισκε το θάρρος να τη διακόπτει. Τον μελέτησε πάλι με εκείνο το εξεταστικό βλέμμα. «Είμαι η Νύμφη Θύαμις» και το φως τυλίχθηκε γύρω της, σαν ρούχο. Παρότι καθισμένη έμοιαζε να ψηλώνει και η φωνή της γινόταν βροντερή, σαν ήχος καταιγίδας. «Κόρη του πανίσχυρου πνεύματος Θύαμι, που κυριαρχούσε στον μεγάλο σας ποταμό. Κόρη αυτού που χάθηκε και έτσι εξορίστηκα σε ετούτη εδώ την πηγή!»

Μαλάκωσε ξανά. Τη μια στιγμή άγρια και την άλλη ήρεμη, σαν τη θάλασσα.
»Βοήθησα τον πρόγονό σου να σταθεί και να κυριαρχήσει στα ψηλά σας βουνά. Αλλά δεν μου χάρισε παιδιά. Κανένας από τους προγόνους σου εκτός από τον Δήμο Δράκο, τον πατέρα σου».
Άνοιξε τα πόδια της και τα άπλωσε γύρω του, πάνω από τα γόνατά του.
«Ναι, είσαι γιος μου» συνέχισε γλυκά, «μοναδικός γιος μου. Και το αίμα μου που τρέχει στις φλέβες σου, είναι το πρώτο μου δώρο. Αυτό που σου δίνει τέτοια δύναμη στο πνεύμα σου για να μου αντιμιλάς και να μου αντιστέκεσαι!»
Με το αριστερό της χέρι ξεκίνησε να χαϊδεύει απαλά τη θηλή του στήθους της. «Και έρχεται η ώρα να λάβεις από εμένα το δεύτερο δώρο μου», συνέχισε το απαλό χάδι. Ο Πούλος συγκράτησε το βλέμμα του στο πρόσωπό της, αλλά η άκρη του ματιού του παρασυρόταν από τις κινήσεις της.
Αυτή μισάνοιξε τα χείλη της και τα έγλυψε. «Είσαι έτοιμος για το δώρο μου;»
Ο Πούλιος διατήρησε την εσωτερική του ηρεμία.
Αυτή συνέχισε σφίγγοντας το στήθος, πιέζοντας την ρόγα της με δύναμη. Ένας μικρός αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη της και έφερε και τη δεξιά της παλάμη στο στήθος. Τα μάτια της έλαμψαν, με πολλά μικρά άστρα.

Η Θύαμις άπλωσε την δεξιά της παλάμη μισόκλειστη σε φούχτα.
«Πιες» τον διέταξε!
Ο Πούλιος κοίταξε το λευκό, σχεδόν διάφανο, πηχτό υγρό στη παλάμη της.
«Πιες, γιε μου» πιο τρυφερά, τώρα.
Έσκυψε και ήπιε, γλυκό και ξινό συνάμα.

Φωτιά κύλησε στο στομάχι του, και ανέβηκε, έκρηξη φωτιάς στο κεφάλι του!
Ζαλίστηκε, και όλα σκοτείνιασαν.

Όταν άνοιξε τα μάτια του έβλεπε και με τα δύο. Το αριστερό του, το χαμένο του μάτι, έβλεπε αλλιώς. Υπέροχες σε χρώματα, λαμπερές ροές αέρα, θα έλεγε κανείς, διέτρεχαν τον ουρανό και απλώνονταν σε πέτρες και φυτά. Κάθε λουλούδι άπλωνε γύρω του ένα χρωματικό συννεφάκι.
Η λίμνη μπροστά τους φωτοβολούσε!
Γύρω από τη νύμφη μητέρα του, ακτινοβολούσε μια πανίσχυρη αύρα. Πολύχρωμη και ασημένια που απλωνόταν για πολλά μέτρα γύρω της.

«Τώρα, βλέπεις!» του χαμογέλασε αυτή και σηκώθηκε.
Ενεργειακές ροές ξεχύνονταν από τα στήθη της και απλώνονταν καμπυλώνοντας γύρω από την αύρα της. Στην ήβη της  μια σκοτεινή χρυσή αναλαμπή. Τώρα πια η Θύαμις έμοιαζε με αρχαίο άγαλμα και εικόνισμα κάποιας αγίας, υπέροχη, πέρα από τους θνητούς, δίχως η γύμνια της να τον ενοχλεί.

«Έλα» του είπε.
Του έπιασε τα χέρια και τον φίλησε απαλά.
Φως τους κάλυψε και στροβιλίστηκαν.
Βρέθηκαν σε ένα σκιερό δάσος. Οι αύρες των δένδρων ήταν πιο πυκνές και πιο σκοτεινές από αυτές των λουλουδιών. Τα δέντρα πανύψηλα και άγνωστα με σκούρους ασημένιους κορμούς και μυτερά φυλλώματα. Ένοιωθε νάνος μπροστά τους.
Η Θύαμις κρατώντας τον από το χέρι τον οδήγησε βαθύτερα στο πυκνότερο και σκοτεινότερο μέρος του δάσους. Αγκάθια σκουρκόκκινα φύτρωναν σε κορμούς άλλων δένδρων.
«Πόσο μακριά είναι ο κόσμος σας από τον δικό μας;» τη ρώτησε.
«Πολύ μακριά και πολύ πιο κοντά από όσο μπορείς να φανταστείς. Αν σου μιλούσα με μουσική» και η φωνή της κελάρυσε μελωδικά, «ο ένας κόσμος θα σχηματιζόταν από κάποιες νότες, και ο άλλος από άλλες. Αλλά οι μελωδίες αυτών και άλλων κόσμων, έχουν κάποιες κοινές νότες, ή και όμοιες συγχορδίες». Και δείχνοντας του προς το τοπίο μπροστά τους: «Πατώντας σωστά αυτές τις νότες μπορείς να βρεθείς και στον έναν κόσμο και στον άλλον».
«Γιατί, εδώ, χάνεται το φως της αυγής;»
«Δεν είναι ο κόσμος μας ένα ομοιόμορφο μέρος. Αλλάζει και πολλές από τις αλλαγές έχουν γίνει από ανθρώπινες επιλογές» απάντησε χαμηλώνοντας τη φωνή της.

Στο πιο σκοτεινό σημείο του δάσους, που έμοιαζε να καλύπτεται με λυκόφως, υπήρχε ένα αρχαίο κουφάρι κάποιου γιγάντιου τέρατος. Το κρανίο ήταν γυμνό από σάρκα, μόνο το μαύρο κόκαλο που ασήμιζε στο λυκόφως. Έμοιαζε με τεράστιο κρανίου ερπετού που ξεπερνούσε τα τρία μέτρα ύψος, με τον κορμό του να απλώνεται κυματιστά πίσω του, σαν φίδι. Το περισσότερο δέρμα του έλλειπε και κομμάτια σκοτεινών φολίδων κρεμόταν από την σκελετωμένη ράχη.
«Αυτό ήταν το πλάσμα που σκότωσε ο Δονάτος, με τη βοήθειά μου» του είπε, δείχνοντάς το. Ένα μακρύ σαν σπαθί, μαύρο δόντι έμενε ακόμη κολλημένο στο κρανίο, το άλλο έλειπε. «Αυτό το τέρας δηλητηρίαζε μέσω της πηγής και τους δύο κόσμους μας. Το δηλητήριό του ήταν τρομερό!» Άφησε το χέρι του και ακούμπησε και τα δύο της χέρια στην μπροστινή άκρη του κρανίου.
«Πούλιε, έχεις χαραγμένους στο πνεύμα σου και τους δυο κόσμους. Τον ανθρώπινο και τον ξωτικό. Είσαι ένα σπάνιο γέννημα και γιος μου! Και έχεις τη δύναμη να αλλάζεις τους κόσμους όπως πριν αιώνες σας και ο Δονάτος. Κάθε άνθρωπος έχει αυτή τη δύναμη, την ικανότητα της δημιουργίας, της καταστροφής της αλλαγής. Δώρο και εξουσία φοβερή, μοναδική στη Δημιουργία!»

Έπιασε σφικτά το μαύρο δόντι του τέρατος και η αύρα της συγκεντρώθηκε στα χέρια της. Πολύχρωμο φως που πύκνωσε και έγινε ημίρρευστο, σχεδόν στερεό. Το δόντι ξεκόλλησε από το κρανίο.
»Είναι πολλές οι δυνάμεις στη δημιουργία και μόνο οι ανόητοι τις χρησιμοποιούν αλόγιστα. Αυτό το πλάσμα ήταν δημιούργημα, από τα αρχαία χρόνια του κόσμου σας, ενός μικρόψυχου μάγου, από αυτούς που ονόμαζαν τους εαυτούς τους Ατλάντιους».

Γύρισε προς το μέρος του με την αύρα της πάλι να πάλλεται σαν καταιγίδα. Το φως σκοτείνιασε στα χέρια της και το δόντι άστραψε μια στιγμή. «Πρόσεξε μη σπαταλήσεις ανόητα τη δύναμη που σου χαρίζω!» Τον αναμέτρησε πάλι με το βλέμμα της. Τα άστρα, στο βλέμμα του Πούλιου, δεν άστραψαν μόνο στα μάτια της, αλλά σε ολόκληρη την αύρα της!
»Αυτό είναι το τρίτο δώρο μου» συμπλήρωσε και του έτεινε το μεγάλο δόντι.

Όπως το έπιασε ο Πούλιος συνειδητοποίησε πως κρατούσε ένα μεγάλο μαύρο κοκάλινο σπαθί. Η λεπτή λεπίδα του έμοιαζε εύθραυστή και έλαμπε με ένα ασημένιο φως. Η Θύαμις τον πλησίασε, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Και πάλι στροβιλίστηκαν μαζί με το φως της και πάτησαν στα στρογγυλά βότσαλα της λίμνης.

Τα μαλλιά του Πούλιου ανέμισαν.
Απορημένος χάιδεψε τα μακριά μαλλιά του. Τα δάκτυλά του συνέχισαν στην πληγή στο πρόσωπο. Το δέρμα εκεί είχε κλείσει και το αισθάνθηκε παγωμένο στο άγγιγμά του. Έσκυψε να καθρεφτίσει τον εαυτό του στα ακίνητα νερά της λίμνης. Τα ξανθιά μαλλιά του είχαν φυτρώσει, δεν είχε καταλάβει πότε, από το ξυρισμένο του κρανίο. Η ουλή της πληγής του έδειχνε μεταλλική, ασημένια. Ολόλευκο και ασημένιο είδε στην αντανάκλασή του το αριστερό του μάτι, σαν να ήταν φτιαγμένο από κάποιο σπάνιο κρύσταλλο!

Γύρισε και κοίταξε τη νύμφη μάνα του. Του χαμογελούσε απλά.
«Τους αγάπησες;» την ρώτησε. «Τον Δήμο Δράκο, τον πατέρα μου;»

Η αύρα της ταράχτηκε, σα να την φύσηξε κάποιος δυνατός άνεμος.
«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε εσείς οι άνθρωποι με τη λέξη αγάπη» απάντησε, τελικά. «Μιλάτε για μια συναισθηματική αδυναμία που σας οδηγεί να αναλώνεστε ο ένας για τον άλλον!» Το φως γύρω της είχε χάσει τη λάμψη του, σαν να είχε αποδυναμωθεί.
Το βλέμμα της άλλαξε και το πρόσωπό της πήρε ένα παραπονεμένο ύφος, μικρού παιδιού.
«Είστε μυστήριο! Γιατί να επιλέγετε την αδυναμία;» και αμέσως τα χαρακτηριστικά της σκλήρυναν πάλι.
«Σου έδωσα τρία δώρα, μου οφείλεις τρία δώρα! Το πρώτο που απαιτώ από σένα, είναι να μου διδάξεις για τον κόσμο σας. Για την εποχή σας. Αφού έχεις μέσα σου ένα μέρος του εαυτού μου, ίσως να μπορώ και εγώ μέσα από εσένα να αλλάξω τον κόσμο σας και μετά τον δικό μου!»

Ψυχρή και πάλι σαν πάγος. «Και αυτό είναι το δεύτερο δώρο που θα απαιτήσω από σένα!»  και συμπλήρωσε. «Φύγε, πήγαινε, έχει περάσει αρκετός χρόνος. Να ξέρεις πως όταν το άστρο σας η Πούλια φωτίζει την πηγή σας, λίγο πριν απ’ το ξημέρωμα,  μπορείς πια να έρχεσαι και μόνος σου εδώ».

*

Όταν ο Πούλιος πέρασε, δίχως να βραχεί, τη λίμνη ο χειμωνιάτικος ήλιος φώτιζε τον ουρανό. Η φοράδα είχε εξαφανιστεί, μαζί με τον οπλισμό που της είχε φορτώσει. Ακολούθησε το απότομο ανηφορικό, κρυφό μονοπάτι που οδηγούσε στη μυστική σήραγγα για το κάστρο της Κιάφας. Ο σουλιώτης σκοπός ταράχτηκε με το που τον αντίκρισε. Στις ερωτήσεις του Πούλιου, απάντησε πως μετά από μια εβδομάδα έρευνας τον είχαν θεωρήσει αιχμάλωτο των τούρκων. Δέκα μέρες είχαν περάσει από το πρωινό στη λίμνη! Και πως η ανώτερη Γερουσία μαζί με το Συμβούλιο των Καπεταναίων συνεδρίαζε σήμερα στο μεγάλο οίκημα του Κριτηρίου της Πατρίδος.

Ο Πούλιος προσπέρασε τον φρουρό και έφτασε στην ορεινή τους πρωτεύουσα, στο φημισμένο Σούλι. Οι άντρες γύριζαν και τον κοίταζαν ξαφνιασμένοι, μέχρι που συνειδητοποίησε πως κρατούσε ακόμη γυμνό το μαυροκόκκαλο σπαθί, το δώρο της μάνας του. Το πέρασε στη ζώνη της μέσης του δίπλα από τις πιστόλες του.
Οι δύο σκοποί στην πόρτα του Κριτηρίου παραμέρισαν όταν τους ζήτησε να περάσει και σιωπή έπεσε στη μεγάλη αίθουσα με το που μπήκε.

Ήταν όλοι εκεί. Οι αρχηγοί όλων των φατριών και από τα τέσσερα χωριά του Σουλίου. Καθισμένοι μια γύρα σε ξύλινα σκαμνιά καπνίζοντας μακριά τσιμπούκια και ναργιλέδες και πίνοντας δυνατό ρακί. Στο κέντρο όρθιος ο αρχιστράτηγος τους ο Φώτος Τζαβέλλας. Κοντά του στον πρώτο κύκλο οι αρχηγοί από τις ισχυρότερες φάρες από το Σούλι, ο Λάμπρος Μπότσαρης, ο πατέρας του Δήμος Δράκος, ο Κουτσονίκας, ο Φωτομάρας, ο Καραμπίνης και ο Ζορμπάς. Από το χωριό της Σαμίνοβας ο Δακγλής και ο Μπέκας, από την Κιάφα ο Ζερβός, ο  Νίκας, ο Φώτος και τέλος από το Αβαρίκο ο Μπούφας, ο Σάλαρας κι ο Τζιόρης. Πίσω τους σχεδόν όλοι οι διοικητές σωμάτων του Τετραχωρίου και κάποιοι εκπρόσωποι των Επταχωρίων που είχαν διακριθεί για την ανδρεία τους είχαν λόγο στο πολεμικό συμβούλιο των Σουλιωτών.

Ο Πούλιος διέσχισε την σιωπή, και την πυκνή απ’ τους καπνούς των τσιμπουκιών ατμόσφαιρα κι στάθηκε δίπλα στον Φώτο Τζαβέλλα. Ο αρχιστράτηγος τον κοίταζε ατάραχος, λες και όλα ήταν φυσιολογικά πάνω του.
«Αυτή είναι η καρφίτσα του γιου του Μαχμούτ Πράνου» και του έδωσε το κόσμημα με την λυκοκεφαλή. «Τον νίκησα σε μάχη!»
«Το ξέρουμε» απάντησε ο Φώτος Τζαβέλλας.
«Αιτούμαι από το Κριτήριο της Πατρίδας, να γίνω αποδεκτός στο Γενικό μας Συνέδριο!»

Σιωπή ακολούθησε.
«Λοιπόν, σουλιώτες;» ρώτησε με τη χαρακτηριστική βροντερή του ο Φώτος Τζαβέλλας και κοίταξε μια γύρα την μεγάλη αίθουσα. «Υπάρχει κάποια αντίρρηση;»
Σιωπή ξανά.

«Κάτσε ορέ, Πούλιε» κατέληξε ο αρχιστράτηγος των σουλιωτών. «Κάτσε δίπλα στον πατέρα σου!» και με το που έκατσε ο Πούλιος στις κρύες πέτρες, συνέχισε: «Ο Κούρτ πασάς, φίλος του Μαχμούτ Πράνου, που τον γιο του σκότωσε ο Πούλιος Δράκος, μας κήρυξε πόλεμο».
»Σουλιώτες, καταθέστε τις προτάσεις στο Συμβούλιο».
Και συνέχισε με βροντερή φωνή «Έχουμε έναν νέο πόλεμο να κάνουμε!»